Αίγυπτος


Αίγυπτος
I
Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ Τζουμχουρίγια Μισρ αλ-Αραμπίγια) ταυτίζεται γεωγραφικά με τη γη που βρέχεται και γίνεται εύφορη από τον Νείλο. Το έδαφός της εκτείνεται δυτικά έως την Κυρηναϊκή, από την οποία χωρίζεται με συμβατική μεθόριο, και εισδύει στην Ασία πέρα από τη Διώρυγα του Σουέζ με τη χερσόνησο του Σινά. Συμβατική (έστω και αν στηρίζεται σε φυσικό στοιχείο, το δεύτερο χαρακτηριστικό του Νείλου), είναι επίσης η νότια μεθόριος με το άλλο κράτος της κοιλάδας του Νείλου, το Σουδάν, που το 1953 απέκτησε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και το 1956, με την ανεξαρτησία, αποσπάστηκε οριστικά από την Α.
Η οροθέτηση των ανατολικών συνόρων είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία στην Παλαιστίνη, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, του κράτους του Ισραήλ. Με τις συμφωνίες ανακωχής του 1949, η Α. καθόριζε τη διοίκησή της στο τμήμα της Παλαιστίνης (βρετανική εντολή) που λεγόταν Λωρίδα της Γάζας, η οποία είχε παραχωρηθεί στο αραβοπαλαιστινιακό κράτος από το σχέδιο διαμελισμού του ΟΗΕ το 1947, το οποίο δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Τις λωρίδες της Γάζας και του Σινά κατέλαβαν όμως οι δυνάμεις του Ισραήλ στη διάρκεια της αραβοϊσραηλινής σύρραξης του 1967. Το 1973, οι Αιγύπτιοι προσπάθησαν να ανακαταλάβουν τη χερσόνησο του Σινά, αλλά απέτυχαν. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ που κατέληξαν –ύστερα από ενδιάμεσες συμφωνίες– στη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ (1979) και στην οριστική αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που κατείχε από το 1967 έως το 1982. Το 2001-2 η ένταση αναζωπυρώθηκε και οι Ισραηλινοί αναπτύχθηκαν στρατιωτικά σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη.Η χώρα διαιρείται σε 26 κυβερνεία (από τα οποία 4 είναι εδάφη σχεδόν ερημικά), διοικούμενα από έναν κυβερνήτη με τον οποίο συνεργάζονται τα τοπικά αιρετά όργανα. Υπάρχει ύστερα η διαίρεση σε Κάτω και Άνω Α., με μεγάλη γεωγραφική σημασία. Τα κυβερνεία είναι τα εξής (σε παρένθεση οι πρωτεύουσες και οι πληθυσμοί το 1996): Ελ Μπαχρ ελ Αχμάρ (Χουργκάντα, 155.695), Ματρούχ (Μάρσα Ματρούχ, 211.866), Βόρειο Σινά (Ελ Αρίς, 252.750), Νότιο Σινά (Ελ Τορ, 54.495), Ελ Ουαντί ελ Ζαντίτ (Ελ Κάργκα, 141.737), Ελ Μπεχέιρα (Νταμανχούρ, 3.981.209), Ελ Ντακαλίγια (Ελ Μανσούρα, 4.223.655), Δαμιέτη (Δαμιέτη, 914.614), Ελ Γαρμπίγια (Τάντα, 3.404.827), Ισμαϊλία (Ισμαϊλία, 715.009), Καφρ ελ Σεΐχ (Καφρ ελ Σεΐχ, 2.222.920), Ελ Μινουφίγια (Σιμπίν ελ Κομ, 2.758.499), Ελ Καλουμπίγια (Μπένχα, 3.302.860), Σαρκίγια (Ζακαζίγκ, 4.287.848), Ασουάν (Ασουάν, 973.671), Ασιούτ (Ασιούτ, 2.802.185), Μπένι Σουέφ (Μπένι Σουέφ, 1.860.180), Ελ Φαγιούμ (Ελ Φαγιούμ, 1.989.881), Ελ Γκίζα (Ελ Γκίζα, 4.779.865), Ελ Μίνια (Ελ Μίνια, 3.308.875), Κένα (Κένα, 2.441.420), Σοχάγκ (Σοχάγκ, 3.123.000), Πορτ Σάιντ (Πορτ Σάιντ, 4.69.533), Ελ Ισκανταρίγια (Αλεξάνδρεια, 3.328.1966), Κάιρο (Κάιρο, 6.789.479) και Ελ Σουέζ (Ελ Σουέζ, 417.610).Επίσημη γλώσσα της Α. είναι η αραβική. Στις δυτικές οάσεις ομιλείται επίσης η βερβερική. Στα μορφωμένα στρώματα είναι αρκετά κοινή η χρήση των αγγλικών και των γαλλικών, ως δεύτερων γλωσσών. Οι βασικές εθνολογικές ομάδες της Α. είναι οι Άραβες και οι Βέρβεροι, που συμπληρώνονται από ελάχιστους Έλληνες, Νουβιανούς και Αρμένιους.Η Α. είναι προεδρική δημοκρατία, που λειτουργεί με βάση το σύνταγμα του 1953, όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 1971. Την εκτελεστική εξουσία ασκεί ο εξαετούς θητείας πρόεδρος της δημοκρατίας. Αυτός, ως επικεφαλής της κυβέρνησης, μαζί με τους υπουργούς, είναι υπεύθυνος για τις δραστηριότητές του απέναντι στην πενταετούς θητείας εθνοσυνέλευση, η οποία αποτελείται από 454 μέλη και ασκεί τη νομοθετική εξουσία. Οι 444 από τους βουλευτές εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία και οι 10 διορίζονται. Η επικράτεια διαιρείται σε 222 εκλογικές περιφέρειες, οι οποίες εκλέγουν από δύο βουλευτές η καθεμία. Υπάρχει επίσης μια συμβουλευτική συνέλευση από 264 μέλη (Shura), με 176 αιρετά μέλη και 88 διορισμένα από τον πρόεδρο.Η Αραβική Σοσιαλιστική Ένωση (ASU) ήταν το μοναδικό νόμιμο κόμμα της χώρας στο διάστημα 1961-77. Με την υιοθέτηση του πολυκομματισμού το 1977, το ASU αντικαταστήθηκε από αρκετά νέα κόμματα. Τα τελευταία χρόνια σημαντικότερα κόμματα είναι το φιλοκυβερνητικό Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το ισλαμικό φονταμενταλιστικό Μουσουλμανική Αδελφότητα και το αριστερό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα. Ας σημειωθεί πως η ίδρυση οποιουδήποτε κόμματος πρέπει να έχει πάντοτε την έγκριση της κυβέρνησης. Πρόεδρος της χώρας είναι από το 1981 ο Χόσνι Μουμπάρακ, επικεφαλής του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος, και πρωθυπουργός ο Ατέφ Ομπέιντ (από το 1999).Το δικαστικό σύστημα στην Α. –που ξεκίνησε το 1883– χωρίζεται βασικά σε δύο κατηγορίες: τα δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας και τα διοικητικά δικαστήρια. Το 1969 δημιουργήθηκε το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο που βρίσκεται στην κεφαλή του δικαστικού συστήματος. Με τη δημιουργία του συνταγματικού δικαστηρίου καταργήθηκε το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο, αλλά το 1984 επαναλειτούργησε, με βασικό του καθήκον την προάσπιση της ανεξαρτησίας των δικαστών από παρεμβάσεις. Δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας είναι τα πρωτοδικεία, τα εφετεία και το ακυρωτικό δικαστήριο. Το αιγυπτιακό δίκαιο στηρίζεται στην ισλαμική Σαρία, ανάμεικτη με στοιχεία του αγγλικού και του γαλλικού δικαίου.Επίσημη κρατική θρησκεία είναι ο ισλαμισμός (σουνιτικό δόγμα), που ακολουθείται περίπου από το 90% του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι είναι κυρίως χριστιανοί (στη συντριπτική πλειονότητά τους κόπτες, με επικεφαλής τοπικό πατριάρχη), ενώ υπάρχει και μικρή κοινότητα Εβραίων. Ακόμα, στην Αλεξάνδρεια βρίσκεται η έδρα του ορθόδοξου πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. Υπολογίζεται ότι τα μέλη της ελληνορθόδοξης εκκλησίας είναι περίπου 400.000. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η χώρα αντιμετώπισε πολλά προβλήματα από την τρομοκρατική δράση ακραίων μουσουλμάνων, που επιδιώκουν την εγκαθίδρυση θεοκρατικού καθεστώτος.Μολονότι, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, ο αριθμός των αναλφάβητων παραμένει υψηλός, μετά το 1960 άρχισαν χωρίς αμφιβολία σημαντικές προσπάθειες για τον περιορισμό του. Η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι υποχρεωτική και διαρκεί 4 χρόνια, από 6-10 ετών. Η ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται στα πανεπιστήμια Αΐν Σαμς (Κάιρο, 1950), Αλεξάνδρειας (1942), Ασιούτ (1957) και Καΐρου (1908) υπάρχουν επίσης το αμερικανικό πανεπιστήμιο του Καΐρου (1919) και το Αλ-Άζχαρ (Κάιρο, 1970), ένα πρώην τζαμί που εκσυγχρονίστηκε και αναπτύχθηκε το 1961, το οποίο αποτελεί το κυριότερο κέντρο θρησκευτικής εκπαίδευσης των μουσουλμανικών χωρών της Αφρικής και της Ασίας. Συνολικά υπάρχουν 13 πανεπιστήμια. Οι αναλφάβητοι υπολογίζονται πλέον στο 29,3% του πληθυσμού. Το 1995 οι δαπάνες για την παιδεία κάλυπταν το 4,8% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Υπό την ανώτατη διοίκηση του προέδρου της δημοκρατίας και υπό τη διοικητική ευθύνη του υπουργείου Πολέμου και επιχειρήσεων της γενικής διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων, η Α. διαθέτει στρατό, ναυτικό και αεροπορία, στα οποία οι πολίτες πρέπει να εκπληρώσουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία 36 μηνών. Το 1998 η στρατιωτική δύναμη της Α. αριθμούσε 450.000 άτομα. Ο στρατός ξηράς με προσωπικό 320.000 άτομα αποτελείται μεταξύ των άλλων και από επτά τμήματα πεζικού και 23 χωριστές ταξιαρχίες. Στο ναυτικό υπηρετούν 20.000 άτομα και στην αεροπορία 30.000. Οι παραστρατιωτικές ομάδες διαθέτουν 230.000 άντρες. Οι συνολικές δαπάνες για την άμυνα ανέρχονται στο 4,1% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).Οι υγειονομικές υπηρεσίες της Α. υπολείπονται κατά πολύ των αναγκών του πληθυσμού της, ιδιαίτερα των κατοίκων των αγροτικών περιοχών. Το 1999 αναλογούσε ένας γιατρός σε κάθε 1.573 άτομα. Η βρεφική θνησιμότητα είναι της τάξης των 60 θανάτων ανά 1.000 γεννήσεις (2001). Από τη δεκαετία του 1960 ήδη, το υπουργείο Υγείας της χώρας έχει προχωρήσει στη δημιουργία κέντρων υγείας στην ύπαιθρο με μονάδες που εξυπηρετούν από 15.000 έως 20.000 ασθενείς. Το 1959 τέθηκε σε ισχύ ένα πρόγραμμα κοινωνικής ασφάλισης, που διαρκώς διευρύνεται.Το αιγυπτιακό έδαφος είναι μια τομή μεγάλων αφρικανικών επιπέδων, γι’ αυτό έχει μια ουσιαστικά άκαμπτη δομή. Η αρχαία μάζα, αποτελούμενη από γνεύσιους και πανάρχαιους γρανίτες, αναδύεται σε εκτεταμένες επιφάνειες στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, ενώ αλλού υπόκειται σε στρώματα διαφορετικών εποχών, αποτελούμενα από ιζηματογενή πετρώματα τόσο ηπειρωτικής όσο και θαλάσσιας προέλευσης. Σε αυτό παρατηρήθηκαν επίσης πιο πρόσφατες μαγματικές εισδύσεις γρανιτών, διοριτών και συηνιτών (πετρώματα από τα οποία έχουν κατασκευαστεί πολυάριθμα αρχαία μνημεία), που υπάρχουν στη ζώνη του Ασουάν και στα ανάγλυφα που κρασπεδώνουν την Ερυθρά θάλασσα. Οι γεωλογικές φάσεις από τις οποίες προήλθε η σημερινή διαμόρφωση της Α. είναι λίγο έως πολύ οι ίδιες που χαρακτήρισαν τις άλλες περιοχές της Αφρικής. Την επιπεδοποίηση της προκάμβριας μάζας ακολούθησε ο σχηματισμός των στρωμάτων ηπειρωτικού υλικού, που εξακολούθησε σε διαφορετικές φάσεις μέχρι το κρητιδικό⋅ σε αυτή τη διαδικασία ιζηματοποίησης οφείλονται οι νουβιακοί ψαμμίτες που καλύπτουν εκτεταμένες επιφάνειες της νότιας Α. Στο κρητιδικό άρχισε η μεγάλη τεκτονική διαμόρφωση, που τερματίστηκε στο καινοζωικό, και οδήγησε στην απόσπαση της Αφρικής από τη δυτική Ασία και στη δημιουργία της Ερυθράς θάλασσας, με την οποία συνδέεται η προέλευση των ανατολικών ανάγλυφων. Στο καινοζωικό παρατηρήθηκαν εκτεταμένες θαλάσσιες επικλύσεις, στις οποίες οφείλονται τα ασβεστολιθικά στρώματα που απαντώνται στη Μέση ή Κάτω Α. Έως την περίοδο αυτή, εξάλλου, η υδρογραφία ήταν διαφορετική: ο ρους του Νείλου, ποταμός με διαστάσεις και παροχή μικρότερες από αυτές του σημερινού, ακολουθούσε τα βαθύπεδα που ανοίγονται στη Δυτική έρημο· στον σχηματισμό της νέας κοίτης συνέβαλαν μερικά νότια ρήγματα που ανοίχθηκαν την εποχή των τεκτονικών κινήσεων που ήταν συνδεδεμένες με τη γένεση της Ερυθράς θάλασσας. Η υδρογραφική διευθέτηση άρχισε στο πλειστόκαινο και συνοδεύτηκε από τη συμβολή του Κυανού Νείλου στον Λευκό Νείλο. Ο ποταμός άνοιξε τον ρου του ανάμεσα στα ιζηματογενή στρώματα. Υπέστη εξάλλου αλλαγές του περιγράμματός του, με μετέπειτα εγκατάλειψη των παλαιών αναβαθμίδων, στένεμα της κοίτης, σχηματισμό των προσχωσιγενών όχθων και του μεγάλου ριπιδοειδούς Δέλτα.
Η κοιλάδα του Νείλου έχει διαστάσεις και μορφές διαφορετικές σε σχέση επίσης με τις γεωλογικές δομές που διασχίζει. Στη Νουβία δεν έχει προσχωσιγενείς λωρίδες και ο ποταμός ρέει (έρεε και πριν από τη δημιουργία της λίμνης Νάσερ) ανάμεσα σε βραχώδεις και αμμώδεις όχθες· μετά τον καταρράκτη του Ασουάν, η κοιλάδα ανοίγει και αρχίζουν τα προσχωσιγενή εδάφη, σε μεγάλο μέρος βασαλτικής προέλευσης, που αποτελούν τον πλούτο της Α.Η Α. εκτείνεται στη βορειοανατολική γωνία της αφρικανικής ηπείρου, καταλαμβάνοντας ένα εκτεταμένο έδαφος με τραπεζοειδές σχήμα, που αντιστοιχεί κατά μεγάλο μέρος στο ανατολικό τμήμα της Λιβυκής ερήμου, ενώ προς την Ερυθρά θάλασσα συμπίπτει με τις τραχιές βραχώδεις επιφάνειες της Αραβικής ερήμου, μέχρι τα υψηλά αντερείσματα που ορίζουν τη λεπτή παράκτια λωρίδα. Στο ομοιόμορφο αυτό πεδινό έδαφος εισχωρεί ο εξαιρετικά μακρύς ρους του Νείλου, στις όχθες του οποίου –έως το εκτεταμένο Δέλτα– συγκεντρώνεται όλος ο πληθυσμός της χώρας, ενώ αλλού (στο μεγάλο λιβυκό εργκ, στις άγονες πεδιάδες της Αραβικής ερήμου) είναι σχεδόν ακατοίκητο.
Επομένως, το αιγυπτιακό έδαφος, μέσα στις σημερινές οροθετήσεις, δεν αντιστοιχεί σε μια καλά καθορισμένη γεωγραφική ενότητα· αλλά η χρήσιμη Α., με έκταση ίση μόλις με το 3,5% ολόκληρης της χώρας, βρίσκει την ταυτότητά της στον Νείλο. Η κοιλάδα του Νείλου έχει διαφορετικές διαστάσεις και μορφές σε σχέση επίσης με τις γεωλογικές δομές που διασχίζει. Στο νοτιότερο τμήμα της χώρας, τη Νουβία, δεν έχει προσχωσιγενείς λωρίδες. Κάτω από το Ασουάν, δηλαδή μετά τον πρώτο καταρράκτη, η κοιλάδα ανοίγει και αρχίζουν τα φαιά προσχωσιγενή εδάφη, κατά μεγάλο μέρος βασαλτικής προέλευσης, που με τη γονιμότητά τους αντιπροσώπευαν ανέκαθεν τον πλούτο της αιγυπτιακής γεωργίας.
Ο μακρύς διάδρομος που διαρρέεται από τον Νείλο διαιρεί το αιγυπτιακό έδαφος σε δύο τμήματα: στη Λιβυκή (ή Δυτική) έρημο και στην Αραβική (ή Ανατολική) έρημο. Η τελευταία αυτή διασχίζεται από μια σειρά απολιθωμένων ποτάμιων αυλακών, που τείνουν από τη μια πλευρά στο νειλωτικό βαθύπεδο και από την άλλη στην Ερυθρά θάλασσα. Και ακριβώς λόγω της ύπαρξης της απολιθωμένης αυτής υδρογραφίας, που ξαναγίνεται ενεργή με τις βροχοπτώσεις, η Ανατολική έρημος προσφέρει καλύτερες συνθήκες για εγκατάσταση, έστω κι αν αυτές περιορίζονται στον ποιμενικό νομαδισμό. Η Λιβυκή έρημος, αντίθετα, είναι ένα έδαφος που αποτελείται από μονότονες και απέραντες αμμώδεις εκτάσεις, με λίγες οάσεις σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους· η υπόγεια φρεατική φλέβα αναδύεται ευκολότερα σε αντιστοιχία με μερικά βαθύπεδα (Κατάρα και Ελ Φαγιούμ), ενώ για το υπόλοιπο μπορεί να γίνει λόγος για μια πολύ εκτεταμένη περιοχή, σχεδόν ακατοίκητη.
Τελείως ιδιόρρυθμο, τέλος, είναι το τοπίο της ζώνης του Δέλτα: ένα πυκνό δίκτυο από ποτάμιους βραχίονες, λίγο ή πολύ διαρρυθμισμένους από τον άνθρωπο, επεξέτεινε στο έπακρο την εγκατάσταση και τις καλλιέργειες.
Η Α. έχει περίπου 2.000 χλμ. ακτών, στη Μεσόγειο και την Ερυθρά θάλασσα. Πεδινές και ομοιόμορφες, μολονότι μερικές φορές δρεπανοειδείς στη Μαρμαρική, οι βόρειες ακτές, σε αντιστοιχία με το Δέλτα, είναι το αποτέλεσμα των αντίθετων δράσεων της θάλασσας και του ποταμού: ένα περίπλοκο σύνολο από λιμνοθάλασσες, παράκτια μικρά νησιά και αλμυρούς βάλτους, που μερικές φορές ονομάζονται εσφαλμένα λίμνες, όπως η Μαριούτ (Μαρεώτις) πίσω από την Αλεξάνδρεια, η Bόρολος στη Γαρμπίγια ή η πιο ανατολική λίμνη Μανζάλα ανάμεσα στον Νείλο της Δαμιέτης και στη Διώρυγα. Οι ακτές της Ερυθράς θάλασσας χαρακτηρίζονται, αντίθετα, σχεδόν παντού από μια στενή και χαμηλή παρυφή που ορίζεται στο πίσω μέρος από υψηλά τοιχώματα, τα οποία μια αργή βραδυσεισμική κίνηση ανύψωσε στην τελευταία περίοδο του τριτογενούς.Το κλίμα της Α. έχει έντονα ερημικά χαρακτηριστικά, που μόνο κοντά στη μεσογειακή ακτή μετριάζονται από τις κυκλωνικές μάζες αέρα κατά τους χειμερινούς μήνες. Τα βασικά στοιχεία μπορούν να καθοριστούν έτσι: μέσες ετήσιες θερμοκρασίες υψηλές· τονισμένες ημερήσιες θερμικές διακυμάνσεις, ενώ οι εποχιακές ποικίλλουν από τους 12°C έως τους 16°C · βροχοπτώσεις ολοένα και πιο αραιές καθώς προχωρούμε από την ακτή προς το εσωτερικό.
Από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ σε ολόκληρη τη χώρα. Τον χειμώνα η μεσογειακή ακτή δέχεται βροχές, έστω και περιορισμένες, με μέσες τιμές 150-200 χιλιοστά, που πέφτουν προπάντων τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Στο Δέλτα οι ετήσιες βροχές περιορίζονται στα 65 χιλιοστά. Στο Κάιρο, όπου μπορεί να μη βρέξει για αρκετά χρόνια, περιορίζονται ακόμα περισσότερο (25 χιλιοστά), ώσπου στην Άνω Α. επικρατεί ανομβρία. Ενώ οι βροχές πέφτουν πολύ ακανόνιστα, η πορεία των θερμοκρασιών είναι πιο καθορισμένη: από τον Δεκέμβριο-Ιανουάριο οι τιμές αυξάνουν έως τον Ιούλιο−Αύγουστο, για να ελαττωθούν στη συνέχεια κανονικά. Στη Μεσόγειο, τον πιο θερμό μήνα, η Αλεξάνδρεια έχει θερμοκρασίες 25-27°C, και λίγο μεγαλύτερες τιμές παρατηρούνται στο Δέλτα (Κάιρο 28-29°C), ενώ στην Άνω Α. το θερμόμετρο ανεβαίνει πολύ περισσότερο (πάνω από 32°C στο Ασουάν). Η μέση θερμοκρασία των πιο ψυχρών μηνών παρουσιάζει μικρότερες διαφορές: 13-14°C στη μεσογειακή ακτή και στο Δέλτα, ενώ δεν ξεπερνά τους 16°C στην Άνω Α. Η ημερήσια διακύμανση είναι αρκετά πιο χαμηλή στη Μεσόγειο παρά στις εσωτερικές περιοχές, εξαιτίας της μετριαστικής δράσης της θάλασσας.
Άλλο σπουδαίο στοιχείο είναι η υγρασία· ιδιαίτερα κατά το καλοκαίρι είναι πολύ πιο υψηλή στη μεσογειακή ακτή (75% και πλέον) παρά στην Άνω Α. (30%), όπου ακριβώς η ξηρασία της ατμόσφαιρας κάνει ανεκτές τις υψηλές θερμοκρασίες. Σε αυτό συμβάλλει κατά ένα μέρος ο καλύτερος αερισμός κοντά στην ακτή (μελτέμια), που οφείλεται στις διαφορές πίεσης ανάμεσα στη Μεσόγειο και στις εσωτερικές περιοχές.Το φυτικό τοπίο, η παρουσία του οποίου περιορίζεται στην κοιλάδα του Νείλου και στις σπάνιες οάσεις, διαμορφώθηκε παντού από τον άνθρωπο που δουλεύει τη γη στην Α. από πολλές χιλιετίες: γι’ αυτό η βλάστηση που βλέπει κανείς σήμερα στη χώρα είναι σχεδόν παντού τεχνητή.
Λόγω του ξηρού της κλίματος, η Α. διαθέτει ελάχιστα ιθαγενή άγρια ζώα. Στις ερήμους υπάρχουν γαζέλες ενώ σε διάφορες περιοχές εντοπίζονται ύαινες, τσακάλια, αλεπούδες της ερήμου κ.ά. Ο Νείλος, που στην αρχαιότητα έβριθε από κροκόδειλους και ιπποπόταμους, διαθέτει αυτά τα ζώα πλέον μόνο στο άνω τμήμα του.Στην Α. ανήκει μόνο ένα μέρος (1.508 χλμ.) του πολύ μακρού ρου του Νείλου, η διπλή προέλευση του οποίου (Λευκός Νείλος και Κυανούς Νείλος) εξηγεί την ιδιαίτερη παροχή των νερών του, τόσο σπουδαία για τη ζωή της χώρας. Ενώ ο Λευκός Νείλος πηγάζει από την ισημερινή περιοχή, που δέχεται κανονικές βροχές όλες τις εποχές του χρόνου, και ο ρους του διακόπτεται από εκτεταμένες λιμναίες λεκάνες (λίμνες Bικτορίας, Κιόγκα, Αλβέρτου) που εκτελούν ρυθμιστική λειτουργία, ο Κυανούς Νείλος πηγάζει από τη λίμνη Τάνα, στην καρδιά της Αιθιοπίας, όπου δέχεται άφθονες βροχές προπάντων τους καλοκαιρινούς μήνες: η παροχή του χαρακτηρίζεται από περιόδους έντονων πλημμυρών. Από τη συμβολή των δύο ποταμών, που γίνεται στο Χαρτούμ, έξω από το αιγυπτιακό έδαφος, ο Νείλος ρέει για 2.400 χλμ. μέσα στην έρημο, χωρίς να δέχεται νερά από κανέναν παραπόταμο, εκτός από τον Ατμπάρα, ενεργό μονάχα κατά τη διάρκεια των πλημμυρών, που συμπίπτουν κι αυτές με τις αιθιοπικές ζενιθιακές βροχές. Οι άλλοι ποταμοί, αντίθετα, χάνονται στις άμμους. Παρ’ όλα αυτά, ο κυριότερος ποταμός, στον γιγαντιαίο διπλό μαίανδρο που περνά μεταξύ Χαρτούμ και Ουάντι Χάλφα, διατηρείται μόνιμος και με αξιοσημείωτες παροχές, ξεπερνώντας μερικούς καταρράκτες που καθορίζονται από βραχώδεις αναδύσεις, οι οποίες κατακερματίζουν τον ρου του εμποδίζοντας τη ναυσιπλοΐα στο μέσο αυτό τμήμα. Από το Ασουάν, όπου βρίσκεται ο τελευταίος καταρράκτης, ο ποταμός εξακολουθεί να ρέει προς τα βόρεια έως το Κάιρο, που βρίσκεται κοντά στο σημείο διακλάδωσης, όπου ο Νείλος διαιρείται στους δύο βραχίονες της Δαμιέτης και της Ροζέτας, οι οποίοι ορίζουν το εξαιρετικά εκτεταμένο και εύφορο Δέλτα.
Από τα πανάρχαια ήδη χρόνια, είχαν αρχίσει να γίνονται έργα για τη ρύθμιση των νερών, με την κατασκευή φραγμάτων παράλληλων προς τον Νείλο και κατόπιν πλευρικών φραγμάτων, έτσι που να ορίζονται εκτεταμένες λεκάνες από 12 έως 80 τ. χλμ. Στραμμένα μέσα σε αυτές τις λεκάνες, τα νερά χρησιμοποιούνταν για την άρδευση των εδαφών με τη μέθοδο της καταβύθισης και, επειδή η άνοδος της στάθμης των νερών γινόταν στην καρδιά του καλοκαιριού, τα εδάφη που δεν είχαν βλάστηση μπορούσαν να αφεθούν για μερικούς μήνες καλυμμένα από τα νερά· με την υποχώρησή τους πραγματοποιούνταν αμέσως οι σπορές στην ακόμα υγρή λάσπη, ενώ μετά τη συγκομιδή το έδαφος αναπαυόταν έως τη νέα πλημμύρα. Η μέθοδος αυτή, με την οποία χρησιμοποιούσαν μόνο ένα μέρος των νερών, αντικαταστάθηκε στα νεότερα χρόνια (από τον 19ο αι.) από το πιο τελειοποιημένο σύστημα της μόνιμης άρδευσης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της κατασκευής φραγμάτων και της δημιουργίας λεκανών-δεξαμενών, για την αποθήκευση των νερών και την κατανομή τους κατά πιο ορθολογικό τρόπο σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Άρχισαν πρώτα να σκάβονται, προπάντων στο Δέλτα, πιο βαθιά κανάλια, σε θέση που να τροφοδοτούνται κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου από τα νερά του Νείλου. Ύστερα κατασκευάστηκαν μεγάλα φράγματα. Το πρώτο είναι της Καλιούμπ, 23 χλμ. βόρεια του Καΐρου, που άρχισε από τον Μοχάμετ Άλι το 1833 και αποπερατώθηκε και τέθηκε σε λειτουργία μόλις το 1884· στα νεότερα χρόνια ανακαινίστηκε και είναι σε θέση να τροφοδοτεί ακόμα και τα κανάλια με ρηχά νερά.
Αλλά το σπουδαιότερο για τη ζωή της Α. είναι το φράγμα του Ασουάν, που αποπερατώθηκε το 1902, ανυψώθηκε το 1912 και ύστερα άλλη μια φορά το 1934· στο έργο πήραν μέρος Ιταλοί μηχανικοί, τεχνικοί και ειδικευμένοι εργάτες. Στο πρώτο φράγμα του Ασουάν προστέθηκε ύστερα το λεγόμενο άνω φράγμα, περίπου 10 χλμ. πιο πάνω· το φράγμα αυτό, που κατασκευάστηκε μεταξύ 1960 και 1971, κλείνει τη μεγάλη λίμνη Νάσερ (που εκτείνεται κατά ένα μέρος σε σουδανικό έδαφος) και, κάνοντας δυνατή την άρδευση νέων και εκτεταμένων επιφανειών, τροποποίησε βαθιά τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της γύρω περιοχής.
Άλλα αξιοσημείωτα φράγματα κατά μήκος του ρου του Νείλου είναι εκείνα της Ίχνα, της Ναγκ-Χαμάντι και της Ασιούτ. Στο σύνολό του, το δίκτυο των καναλιών άρδευσης εκτείνεται σχεδόν επί 24.000 χλμ., από τα οποία πάνω από 1.500 έχουν σπουδαιότητα και για την εσωτερική ναυσιπλοΐα.Η όαση και το Δέλτα του Νείλου. Το ζωτικό τμήμα της Α., εκείνο που προσέλκυσε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της και αποτελεί την οικονομική βάση της χώρας, βρίσκεται κατά μήκος του Νείλου και περιλαμβάνει, από τα νότια προς τα βόρεια, την Κάτω Νουβία (ανάμεσα στον δεύτερο και στον πρώτο καταρράκτη), την Άνω Α. και το Δέλτα (ή Κάτω Α.). Η κοιλάδα του Νείλου βρίσκεται σε ύψος 100-300 μ. στη σαχαριανοαραβική πεδιάδα. Η σημερινή κοιλάδα, περίπου έως την Ίντφου (σε βόρειο γεωγραφικό πλάτος 25°), είναι ένας αρχαίος θαλάσσιος κόλπος, στον βυθό του οποίου εναποτέθηκαν εκείνοι οι νουμουλιτικοί ασβεστόλιθοι που σήμερα εμφανίζονται στην επιφάνεια το ίδιο ασβεστολιθικό πέτρωμα σχηματίζει το Τζέμπελ Μουκάταμ κοντά στο Κάιρο, από το οποίο προέρχεται το υλικό των πυραμίδων και πολλών αιγυπτιακών ναών. Στα νότια, αντίθετα, επικρατούν οι νουβιακοί ψαμμίτες του κρητιδικού.
Στη Νουβία, οι απόκρημνες πλαγιές του υψιπέδου, που αποτελούνται από ψαμμίτες, πλησιάζουν πάρα πολύ η μια την άλλη: ο χώρος που προορίζεται για τις καλλιέργειες ήταν εξάλλου περιορισμένος και ασυνεχής, προτού η κοιλάδα στο τμήμα αυτό καταληφθεί από τη μεγάλη λίμνη Νάσερ, φραγμένη από το άνω φράγμα του Ασουάν.
Μετά τους καταρράκτες, το τοπίο αλλάζει: η κοιλάδα, σκαμμένη πια στον νουμουλιτικό ασβεστόλιθο, διευρύνεται έως 10-25 χλμ. και το υψίπεδο δεσπόζει σε αυτή με μια διαφορά επιπέδων 200-400 μ. Στη δυτική πλευρά, όπου επικρατούν οι αμμώδεις εκτάσεις, χαμηλώνει με μια σειρά αναβαθμίδων, ενώ στα ανατολικά διακόπτεται από πολυάριθμες κοιλάδες με απόκρημνα τοιχώματα. Στην αρχή, ο ποταμός διακλαδιζόταν αξιοσημείωτα στον πυθμένα της κοιλάδας, αλλά με την πάροδο του χρόνου πολλές διακλαδώσεις μετατράπηκαν από τον άνθρωπο σε τεχνητές διώρυγες ή αποξηράνθηκαν με σκοπό να εξοικονομηθεί έδαφος για τις καλλιέργειες.
Ανάμεσα στις διώρυγες αυτές η σπουδαιότερη είναι η Μπαχρ Γιούσεφ· αυτή αποσπάται από τον Νείλο στην Ασιούτ και με έναν ελικοειδή ρου 335 χλμ. κατευθύνεται, τροφοδοτεί και αρδεύει το βαθύπεδο της Ελ-Φαγιούμ, αφού ανοίξει πέρασμα στο δυτικό βραχώδες κατώφλι· ύστερα χαμηλώνει έως τα 44 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και εκβάλλει στη λίμνη Καρούν, την αρχαία Μοίριδα, που στο παρελθόν τροφοδοτούσε τον Νείλο. Πιο κάτω, τα απόκρημνα τοιχώματα του ερημικού υψιπέδου παραχωρούν θέση στο Δέλτα, αποτελούμενο από τις προσχώσεις του ποταμού· το Δέλτα καταλαμβάνει έκταση περίπου 23.000 τ. χλμ. Σε 20 χλμ. κάτω από το Κάιρο, ο Νείλος διακλαδίζεται σε δύο βραχίονες, στον δυτικό της Ροζέτας (Ρασίντ) και στον ανατολικό της Δαμιέτης (Ντιμιάτ)· εκεί κοντά βρίσκεται το μεγάλο φράγμα που ρυθμίζει την άρδευση όλης της Κάτω Α. Το Δέλτα φτάνει στη θάλασσα με μια ελαφρώς κυρτή γραμμή και προχωρεί κατά μέσο όρο 4 μέτρα κάθε χρόνο.
Κοντά στη θάλασσα, λεπτές σειρές αμμωδών νησίδων και θίνες κλείνουν λιμναίες λεκάνες, που λέγονται μπουχεϊρέτ (μπουχεράτ), με νερά λίγο ή πολύ αλμυρά. Οι λιμνοθάλασσες αυτές έχουν αξιόλογο αλιευτικό πλούτο και είναι γνωστές για τον μεγάλο αριθμό πουλιών που ζουν σε αυτές. Πίσω τους, το έδαφος παρουσιάζεται κυρίως αλατούχο· τα εδάφη αυτά λέγονται μπαράρι και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη γεωργία, αν δεν εκπλυθούν εντατικά πρώτα στην επιφάνεια. Όλη η περιοχή διασχίζεται από έναν δαίδαλο διωρύγων: από το μεγάλο φράγμα του Δέλτα ξεκινά μια κεντρική διώρυγα, που χρησιμεύει και για την άρδευση, και μερικές πλευρικές διώρυγες, οι οποίες διακλαδίζονται ακόμα περισσότερο· η Αλεξάνδρεια συνδέεται με τον βραχίονα της Ροζέτας μέσω της διώρυγας Μαχμουντίγια, μήκους 77 χλμ.
Οι εκτεταμένες αμμώδεις επιφάνειες της Λιβυκής ερήμου. Το δυτικό τμήμα της Α. καταλαμβάνεται από τη Λιβυκή (ή Δυτική) έρημο, που αποτελείται κυρίως από θίνες τελείως αφιλόξενες και διακόπτεται μόνο κάθε τόσο από πιο υψηλές πεδινές κρηπίδες. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της ερήμου αυτής είναι από τη μια πλευρά η έλλειψη απολιθωμένων κοιτών (ουιντιάν) που είναι συχνές αντίθετα στη δυτική και κεντρική Σαχάρα –οφειλόμενη ίσως στο γεγονός ότι η διαδικασία ξηρασίας διαρκεί περισσότερο εδώ– και από την άλλη η ύπαρξη διαφόρων βαθυπέδων, μερικά από τα οποία είναι πολύ εκτεταμένα και βαθιά. Στα βαθύπεδα αυτά, που ορίζονται συχνά από απόκρημνα τοιχώματα και τα οποία μάλλον προήλθαν (όπως το βαθύπεδο της Ελ-Φαγιούμ) από αιολική μετακίνηση αμμωδών κόκκων από αποσαθρωμένα πετρώματα, σχηματίζονται μερικές φορές οάσεις (ουαχάτ).
Το μεγαλύτερο βαθύπεδο είναι της Κατάρα, που κατεβαίνει έως 133 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας· οι Αιγύπτιοι το ονομάζουν Μπιλάντ ες-σεϊτάν, δηλαδή χώρα του διαβόλου: τα λίγα πηγάδια είναι αλμυρά, η βλάστηση αραιότατη και μόνο σε ορισμένα σημεία εμφανίζονται συστάδες με φοίνικες νάνους.
Στα άλλα τμήματα της Λιβυκής ερήμου, όπου το έδαφος που αποτελείται από τα αμμώδη στρώματα δεν έχει πολύ μεγάλο πάχος, το νερό βρίσκεται σε μικρό βάθος και μπορεί να γίνει εκμετάλλευσή του με πηγάδια. Για τον λόγο αυτό δεν λείπουν οι οάσεις, που ωστόσο απέχουν πολύ μεταξύ τους και πρέπει να προστατεύονται από την κάλυψη από άμμο· σε μερικές από αυτές, ιδιαίτερα στις πιο χαμηλές, βρίσκονται ζώνες στις οποίες βασιλεύει η ελονοσία. Άλλο φοβερό χαρακτηριστικό είναι ο χαμσίν, ένας εξαιρετικά ξηρός άνεμος που φυσά με σφοδρότητα από τον νότο μετά την εαρινή ισημερία, για μια περίοδο περίπου πενήντα ημερών (κατά μέσο όρο δύο κάθε εβδομάδα), απ’ όπου και το όνομά του, που στα αραβικά σημαίνει πενήντα· ο άνεμος αυτός προκαλεί απότομη άνοδο της θερμοκρασίας, εκτός από τις καταστρεπτικές αμμοθύελλες. Η σπουδαιότερη όαση του βορείου τμήματος, μετά την όαση της Ελ-Φαγιούμ, είναι της Σίβα που είναι ονομαστή για τα ερείπια του ναού του Άμμωνος Δία. Η όαση αυτή βρίσκεται 25 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε απόσταση 250 χλμ. από τη μεσογειακή ακτή και στα δυτικά του βαθυπέδου της Κατάρα· στα ανατολικά του τελευταίου αυτού, στην προέκτασή του, σε απόσταση μόλις 50 χλμ. από το Δέλτα του Νείλου, βρίσκεται ο Ουάντι ελ Νατρούν, γεμάτος με αλμυρές μικρές λίμνες. Στο κεντρικό τμήμα βρίσκονται οι οάσεις Μπαχαρίγια, Φαράφρα, Ντάχλα και Χάργκα. Μόνο στις περιορισμένες αυτές περιοχές ο άνθρωπος μπόρεσε να εγκατασταθεί μόνιμα: η υπόλοιπη Λιβυκή έρημος είναι εντελώς ακατοίκητη, καθώς απουσιάζουν σε αυτήν οι συνθήκες για τις δραστηριότητες μόνιμα εγκατεστημένων πληθυσμών.
Τέλος, το νότιο τμήμα της Λιβυκής ερήμου παρουσιάζει κάπως διαφορετικά χαρακτηριστικά, αν και σε αυτό είναι σπανιότατες οι τοποθεσίες με νερό και είναι εξαιρετικά αφιλόξενο (η μοναδική όαση είναι η Κουρκούρ, ΝΔ του Ασουάν). Πράγματι, το τμήμα αυτό είναι πολύ πιο τραχύ σε σχέση με το βόρειο. Από τα βόρεια στα νότια διαδέχονται το ένα το άλλο το Γκιλφ Κεμπίρ, τεράστιο ψαμμιτικό υψίπεδο (1.085 μ.), ένα πιο χαμηλό υψίπεδο (600-700 μ.) κατά ένα μέρος καλυμμένο από θίνες, και ο ορεινός όγκος Αουενάτ (1.893 μ.), το χαρακτηριστικό συγκρότημα (χορστ) στο οποίο ύστερα από μια τεκτονική κίνηση η ψαμμιτική επικάλυψη ανήλθε σε μεγάλο ύψος (πάνω από 1.400 μ. από την επιφάνεια της πεδιάδας).
Η Αραβική έρημος μεταξύ του Νείλου και της Ερυθράς θάλασσας. Η Αραβική (ή Ανατολική) έρημος αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από μια σειρά αναγλύφων που μπορούν να θεωρηθούν επιμήκυνση της ανατολικής παρυφής του αιθιοπικού υψιπέδου. Οι απόκρημνες κορυφές, κατά διαφόρους τρόπους λαξευμένες και τραχιές από τη διάβρωση, ξεπερνούν συχνά τα 2.000 μ. και καταλήγουν στο Τζέμπελ Σαγίμπ ελ Μπανάτ (2.187 μ.), το μεγαλύτερο υψόμετρο όλης της Α., αν εξαιρεθεί η χερσόνησος του Σινά. Τα πιο ψηλά τμήματα των αναγλύφων αυτών αποτελούνται από ηφαιστειακά πετρώματα, ενώ στο νότιο τμήμα αναδύονται συχνά και κρυσταλλοπαγείς σχίστες· στα δυτικά του αναγλύφου υπάρχει ένα υψίπεδο, αποτελούμενο από νουβιακούς ψαμμίτες και από ασβεστόλιθους, που κατεβαίνει προς τον Νείλο με αναβαθμίδες που διασχίζεται βαθιά από απολιθωμένες κοίτες. Εξαιτίας της μεγαλύτερης ποσότητας των βροχών στις υψηλές ζώνες, η διαβρωτική δράση είναι έντονη και το βουνό χαράζεται από έναν λαβύρινθο φαραγγιών και κοιλάδων που φτάνουν έως την Ερυθρά θάλασσα. Μέσα στα γρανιτικά πετρώματα παρεμβάλλονται μικρές λεκάνες συλλογής των βρόχινων νερών, που χρησιμοποιούνται από τους βοσκούς ως ποτίστρες για τα ζώα τους και δεν λείπουν μικρές ορεινές οάσεις, που οφείλονται σε πηγές που αναβλύζουν από τους ψαμμίτες.
Η Αραβική έρημος είναι λιγότερο ερημική από τη Λιβυκή και κατοικημένη σε μερικά τμήματα από βεδουίνους που ασχολούνται με τη νομαδική κτηνοτροφία αιγοπροβάτων. Αλλά αποτελεί πάντοτε ένα σοβαρότατο εμπόδιο για τις επικοινωνίες ανάμεσα στην κοιλάδα του Νείλου και στις ακτές της Ερυθράς θάλασσας. Οι ακτές είναι εξαιρετικά θερμές και τελείως αφιλόξενες· έχουν κοραλλιογενείς σχηματισμούς που υψώνονται μερικές φορές έως 200 μ. και μαρτυρούν μια όχι πολύ παλιά ανυψωτική κίνηση.
Η ερημική χερσόνησος του Σινά. Η χερσόνησος του Σινά, μεταξύ των κόλπων του Σουέζ και της Άκαμπα, έχει τριγωνικό σχήμα και μοιάζει στη δομή της με την Αραβική έρημο, αλλά από την άλλη πλευρά συνδέεται επίσης με τα βουνά της Εγγύς Ανατολής, από τα οποία χωρίστηκε σε όχι πολύ μακρινή εποχή. Παρατηρείται, πράγματι, μια βαθιά επίδραση των μετατοπίσεων στο ανάγλυφο, που είναι πολύ κατακερματισμένο, ενώ το υδρογραφικό δίκτυο, κατά το μεγαλύτερο μέρος απολιθωμένο, είναι ανεξάρτητο από την τεκτονική. Όλο το νότιο τμήμα αποτελείται από έναν κρυσταλλοπαγή ορεινό όγκο μετατοπισμένο από ρήγματα, που φτάνει τα 2.637 μ. στο Τζέμπελ Κατερίνα (όρος της Αγίας Αικατερίνης) και περιλαμβάνει πολλές άλλες κορυφές που ξεπερνούν τα 2.000 μ. Το υψηλό αυτό τμήμα, που δέχεται αρκετές βροχές, χαράζεται ολόκληρο από βαθιές και άγριες κλεισώρειες, χαραγμένες προπάντων σε γρανίτες.
Στα βόρεια, χωρισμένα από δύο αναβαθμίδες κατά μήκος ενός μετώπου πάνω από 100 χλμ., βρίσκονται μια σειρά από υψίπεδα, κατά το μεγαλύτερο μέρος ασβεστολιθικά, που αντιπροσωπεύουν σχεδόν τελείως ακατοίκητες ερημικές ζώνες. Και η ακτή στη Μεσόγειο, κατά μήκος της οποίας εκτείνονται μεγάλες αλμυρές λιμνοθάλασσες, είναι εχθρική για την εγκατάσταση πληθυσμών, αν εξαιρεθούν λίγες οάσεις, όπως εκείνη στην οποία ρέει ο Ουάντι ελ Αρίς. Στην παράκτια αμμώδη πεδιάδα, οι θίνες παίρνουν τη μορφή τυπικών βαρχάνων των ερήμων της κεντρικής ΑσίαςΗ Α. είναι μια από τις χώρες με την πιο αρχαία ανθρώπινη εγκατάσταση. Τα ευρήματα των παλαιολιθικών πολιτισμών δείχνουν ότι η εγκατάσταση αυτή χρονολογείται από την τελευταία μεσοπαγετωνική περίοδο. Στη συνέχεια, καθώς το κλίμα σε όλη τη βόρεια Αφρική γινόταν όλο και πιο άγονο, το εύφορο έδαφος του Δέλτα και οι ίδιες όχθες του Νείλου έγιναν φυσικά μια ζώνη συγκέντρωσης για τους γεωργικούς πληθυσμούς μεσογειακής φυλής, που συγχωνεύτηκαν με τις προϋπάρχουσες ομάδες ανθρώπων αφρικανικής προέλευσης. Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι είναι απόγονοι των αυτοχθόνων προμουσουλμανικών πληθυσμών της χώρας και των Αράβων που κατέκτησαν την περιοχή τον 7ο αι. Σημαντικό πληθυσμό αποτελούν οι Νουβιανοί, ιθαγενείς που ζούσαν σε χωριά κατά μήκος του Νείλου στη νότια Α. και στο βόρειο Σουδάν για χιλιάδες χρόνια.
Τον 19ο αι. μετανάστευσαν στην Α. πολυάριθμοι Ευρωπαίοι (προπάντων Άγγλοι, Έλληνες και Ιταλοί), που ανέλαβαν επιχειρησιακές και εμπορικές δραστηριότητες. Αλλά μετά την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος το 1962, το μεγαλύτερο μέρος των Ευρωπαίων μεταναστών εγκατέλειψε τη χώρα. Τη δεκαετία του 1960, μετακινήσεις πληθυσμού σημειώθηκαν στον νότο, με τη μεταφορά των κατοίκων των ζωνών που καταλήφθηκαν από την εισβολή των νερών της λίμνης Νάσερ σε νέες περιοχές που προσφέρονται για καλλιέργεια.
Η διοικητική ενότητα που επιζεί από τα χρόνια της αρχαίας αυτοκρατορίας, οι πολιτισμοί που κατέκλυσαν διαδοχικά τη χώρα, η αραβική γραφή, που αντικατέστησε τα ιδεογράμματα, τη δημοτική και την κοπτική, δεν κατόρθωσαν να συγχωνεύσουν τις διάφορες ιδιοτυπίες των κατοίκων της Α. Τα χωριά, οι επαρχίες, οι πόλεις είναι ένα μωσαϊκό που αποτελείται από ομάδες και από οργανώσεις, με κάποια ταύτιση ανάμεσα σε πατριά και φυλή από τη μια πλευρά και ιδέα ή πολιτική τάση από την άλλη.
Οι Νουβιανοί ζουν στην περιοχή μεταξύ Κένα και Ντόνγκολα, ανάμεσα στον πρώτο και τον τρίτο καταρράκτη. Η γλώσσα τους, η κενσί, διακρίνεται από την αραβική, είναι πιο μελωδική και έχει ανεξήγητες ομοιότητες με δυτικές γλώσσες όπως η βασκική και η αγγλική. Έχουν μαύρο δέρμα και αναγνωρίζονται αμέσως από το σημάδι που έχουν στο μάγουλο ή στον κρόταφο: τρεις μικρές κάθετες γραμμές πολύ κοντά η μία στην άλλη, απ’ όπου προήλθε και το ελληνικό παρωνύμιο εκατονεντεκάρηδες. Μεγαλόσωμοι, με μορφές που απαντώνται στην αρχαία γλυπτική, οι Νουβιανοί έχουν διατηρήσει τις συνήθειες των προγόνων τους της αρχαίας Α., από τους οποίους έχουν κληρονομήσει μια καλαισθησία διακόσμησης πραγματικά μοναδική στην κοιλάδα του Νείλου.
Οι Bασμουρίτες της λίμνης Μανζάλα, που είναι πια ελάχιστοι, ζούσαν άλλοτε στον βάλτο της Δαμιέτης και της λίμνης Bόρολος. Κυνηγοί και ψαράδες, με προεξέχοντα ζυγωματικά και πλατιά ρουθούνια, και με καταγωγή από την Ασία, διέσχιζαν τους βάλτους με ελαφριά πλοιάρια που έφτιαχναν με κορμούς δέντρων, και έκαναν ανθρωποθυσίες.
Οι βεδουίνοι παρέμειναν στη ζώνη των συνόρων, από τη πλευρά της Λιβύης, σχεδόν ανεξάρτητοι από την κεντρική κυβέρνηση. Νομάδες από τη φύση τους, έχουν διατηρήσει τα έθιμα και τους νόμους τους: συγκεντρώνονται και κρίνουν μόνοι τους και συχνά επιβάλλουν μια δεύτερη ποινή σε κάποιον που έχει ήδη καταδικαστεί από τα κρατικά δικαστήρια. Λεπτός, ευλύγιστος με γαμψή μύτη, ο βεδουίνος είναι ένας καθαρόαιμος Άραβας. Η ενδυμασία του είναι το τομπ (μακρύ ρούχο), το καπέλο του, το χεράμ (ένα είδος υφάσματος από τραχύ μαλλί, το δικό μας χράμι). Οι γυναίκες φορούν κρίκους στα αφτιά και ασημένια βραχιόλια στους αστραγάλους. Φορούν ρούχα με ζωηρότατα χρώματα και καλύπτουν μερικές φορές το κάτω μέρος του προσώπου. Οι βεδουίνοι είναι σήμερα σε όλη την Α. μερικές δεκάδες χιλιάδες.
Οι κόπτες της χριστιανικής θρησκείας αποτελούν, στις πόλεις και ιδιαίτερα στο Κάιρο, ένα εθνικό νησί, που δεν αφομοιώθηκε από το μουσουλμανικό στοιχείο. Η θρησκευτική διαφορά μεταφράζεται σε ταξική διάκριση: κρατικοί υπάλληλοι, γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, βιοτέχνες, αποτελούν, έστω και σε περιορισμένο μέτρο, μια μικρή αστική τάξη. Μονοφυσίτες, οι κόπτες δεν αναγνωρίζουν στον Χριστό παρά μονάχα τη θεία υπόσταση. Τα μοναστήρια τους (Άγιος Παύλος, Άγιος Αντώνιος, μοναστήρια του Ουάντι ελ Νατρούν, Ντέιρ ελ Μοχάρακ κ.ά.) χρησιμοποιούν ακόμα για τις προσευχές και τις τελετουργίες τους τη γλώσσα της εποχής της διείσδυσης του χριστιανισμού.
Συνδεδεμένη με τις παραδόσεις του χριστιανισμού είναι επίσης η νότια περιοχή του Σινά, εξαιτίας της αφοσίωσης στη μνήμη του Μωυσή και του προφήτη Ηλία, που η πεδιάδα του στους πρόποδες του Τζέμπελ Μούσα ήταν από τα παλιά χρόνια γεμάτη αναχωρητές. Την εποχή του Ιουστινιανού χτίστηκε η σημερινή βασιλική και αργότερα ο θρύλος της αγίας Αικατερίνης, που το σώμα της μεταφερμένο από τους αγγέλους μετά το μαρτύριό της βρέθηκε στο ομώνυμο βουνό, αναζωογόνησε την έλξη που ασκούσαν οι τόποι αυτοί και έδωσε την ονομασία στο ελληνορθόδοξο μοναστήρι, όπου ζουν ακόμα και σήμερα πολυάριθμοι μοναχοί.Στα τέλη του 18ου αι., ο πληθυσμός της χώρας μόλις έφτανε τα 2,4 εκατ. κατοίκους, αλλά μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια έφτασε στα 6,7 εκατομμύρια, σύμφωνα με την πρώτη επίσημη απογραφή (1882). Στη συνέχεια, ο ρυθμός αύξησης μεγάλωνε και το 1907 υπήρχαν 11,2 εκατ. κάτοικοι, που ξεπέρασαν τα 14,2 εκατ. το 1927. Μια ακόμα αύξηση παρατηρήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν από τα 18,9 εκατ. κατοίκους του 1947, ο αιγυπτιακός πληθυσμός διπλασιάστηκε μέσα σε μια τριακονταετία (36,4 εκατ. το 1971 για να φτάσει τα 55 εκατ. το 1991). Κατά μέσο όρο, κατά τη διάρκεια του 20ού αι., παρατηρήθηκε μια ετήσια αύξηση άνω των 300.000· στη βάση της αύξησης αυτής –χωρίς να υπολογιστεί η μετανάστευση από την Ευρώπη – βρίσκεται ουσιαστικά ο ισχυρός δείκτης γεννήσεων, ενώ αντίθετα ο δείκτης θνησιμότητας, υψηλός μέχρι τον 19ο αι. εξαιτίας της διάδοσης πολυάριθμων ασθενειών (ελονοσία, βιλαρζίωση κ.ά.), μειώθηκε προοδευτικά. Σήμερα, το ποσοστό αύξησης του πληθυσμού έχει σταθεροποιηθεί. Σύμφωνα με στοιχεία του 2002, η Α. έχει 69.536.644 κατοίκους, εμφανίζει δηλαδή πυκνότητα 70 κατ. ανά τ. χλμ. Το μέγεθος αυτό της πυκνότητας είναι βέβαια πλασματικό, μια και σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού κατοικεί στην ανατολική ζώνη του Νείλου και στα παράλια της Μεσογείου. Ο πληθυσμός εμφανίζει μέση ετήσια αύξηση 1,69% και προσδόκιμο ζωής τα 61,6 χρόνια για τους άντρες και τα 65,8 για τις γυναίκες.
Η πυκνότητα του πληθυσμού κοντά στον Νείλο ξεπερνά τους 1.000 κατοίκους ανά τ. χλμ. Οι πιο χαμηλοί δημογραφικοί δείκτες ανάμεσα στις καλλιεργούμενες ζώνες παρατηρούνται σε μια παράκτια παρυφή του Δέλτα βάθους 25-30 χλμ., καθώς επίσης και κοντά στη λίμνη Μανζάλα, όπου επικρατούν τα αλμυρά εδάφη και όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του 1965-75 προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Το ίδιο συμβαίνει και κατά μήκος της Διώρυγας του Σουέζ. Πάντοτε στην περιοχή του Δέλτα, οι πιο υψηλοί δείκτες πυκνότητας συγκεντρώνονται σε ένα τρίγωνο που έχει για νότια κορυφή το Κάιρο και για πλευρά τους δύο βραχίονες της Ροζέτας και της Δαμιέτης, έως μια γραμμή που μπορεί να χαραχθεί από την Νταμανχούρ έως την Ελ-Μανσούρα: εδώ οι τιμές ξεπερνούν τους 1.500-2.000 κατοίκους ανά τ. χλμ. και φτάνουν τους 30.000 κατοίκους ανά τ. χλμ. στο διαμέρισμα της πρωτεύουσας. Μια άλλη ζώνη με πολύ μεγάλη πυκνότητα αποτελείται από το συγκρότημα της Αλεξάνδρειας και από την άμεση ενδοχώρα της. Πάνω στο Κάιρο, η κατοικημένη λωρίδα περιορίζεται στην κοιλάδα του Νείλου, με πυκνότητες που περιλαμβάνονται ανάμεσα στους 1.000 και τους 1.500 κατοίκους ανά τ. χλμ. Σε ό,τι αφορά την αγροτική εγκατάσταση, αξίζει να σημειωθεί η περιγραφή του σπιτιού του Αιγύπτιου χωρικού, που είναι πολύ απλά κατασκευασμένο· αποτελεί μάλλον ένα καταφύγιο εναντίον του ήλιου παρά εναντίον της βροχής, γι’ αυτό και όχι σπάνια η στέγη αντικαθίσταται από ένα πανί στερεωμένο στους τέσσερις τοίχους. Σε μια χώρα όπου τόσο η πέτρα όσο και το ξύλο είναι υλικά σπάνια, χρησιμοποιούνται κυρίως η λάσπη ή η άργιλος ψημένη στον ήλιο, δουλεμένη μαζί με άχυρα ή άλλα υλικά. Στη ζώνη του Ασουάν κοινή είναι, αντίθετα, η χρήση της πέτρας. Συχνά το σπίτι, κυβικού σχήματος, έχει μόνο έναν χώρο, με πόρτα και χωρίς παράθυρα· άλλες φορές πάλι αποτελείται από πολλούς χώρους, γύρω από μια μικρή αυλή. Όταν υπάρχει στέγη, που εμφανίζεται προπάντων εκεί όπου οι νυχτερινές θερμοκρασίες είναι χαμηλές, είναι πολύ ελαφριά και αποτελείται από κλαδιά ή φύλλα φοίνικα. Στην Άνω Α. υπάρχει επίσης η θολωτή στέγη, από άψητα τούβλα.
Συχνή είναι η συγκέντρωση σπιτιών (έζμπαχ), που ανήκουν σε συγγενικές μεταξύ τους οικογένειες, τα οποία περιβάλλονται συχνά από έναν μοναδικό περίβολο. Στο Δέλτα, μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζει διασκορπισμένο ή είναι συγκεντρωμένο σε χωριά κατά μήκος των ποταμών· στη ζώνη που περιλαμβάνεται ανάμεσα στο Κάιρο, την Μπένχα και την Τάντα, επικρατούν τα μεγάλα χωριά.Από τη φαραωνική εποχή, η Α. είχε μεγάλες πόλεις: στην Ιλιάδα αναφέρονται οι Θήβες, η Εκατόμπυλος πόλη, που υπήρξε επί αιώνες η πιο λαμπρή όλης της χώρας, αλλά γνώρισε ολοκληρωτική παρακμή με τη μεταφορά της εξουσίας στην πιο βόρεια Σάις, η οποία μπορούσε καλύτερα να επωφεληθεί από τις ολοένα και μεγαλύτερες διακινήσεις στη Μεσόγειο. Άλλη περίφημη πόλη ήταν η Μέμφις, η αρχαιότερη αιγυπτιακή πρωτεύουσα. Η αιγυπτιακή πολεοδομία, κατά συνέπεια, που αναπτύχθηκε γύρω από τους επιβλητικούς ναούς και τα ανάκτορα της Μέμφιδος και των Θηβών, εδραιώθηκε σιγά-σιγά στον βορρά, όπου σήμερα η Αλεξάνδρεια και το Κάιρο φιλοξενούν περίπου το 1/5 ολόκληρου του πληθυσμού της χώρας. Η αστυφιλία, ιδιαίτερα σε αυτές τις πόλεις, ενισχύθηκε από τα πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα. Παράλληλα, έχουν επιδράσει οι συνηθισμένοι παράγοντες έλξης που τα αστικά κέντρα ασκούν στους κατοίκους της υπαίθρου, ιδιαίτερα οι καλύτερες προοπτικές εργασίας και κοινωνικής ζωής. Έτσι, το συνολικό ποσοστό του αστικού πληθυσμού έχει ξεπεράσει το 45%.
Τα κυριότερα αστικά κέντρα της Αιγύπτου είναι το Κάιρο (βλ. λ.), η Αλεξάνδρεια (βλ. λ.), το Σουέζ (βλ. λ.), το Πορτ Σάιντ (βλ. λ.), η Μανσούρα (βλ. λ.), το Ασουάν, η Ασιούτ, η Φαγιούμ (βλ. λ.) και το Λούξορ (βλ. λ.).Μετά την επανάσταση του 1952, η κυβέρνηση ασχολήθηκε με την εις βάθος μετατροπή της οικονομίας πάνω σε σοσιαλιστικά πρότυπα. Οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι μεσαίες και μεγάλες βιομηχανίες, οι υπηρεσίες και το εξωτερικό εμπόριο εθνικοποιήθηκαν και το κράτος εμφανιζόταν στην πλειονότητα των ελαφρών βιομηχανιών με συμμετοχή 50%.
Για τη γεωργία θα πρέπει να αναφέρουμε προπάντων το διάταγμα της μεταρρύθμισης της 9ης Σεπτεμβρίου 1952 που έθετε τέρμα στα φεουδαρχικά συστήματα της υπαίθρου και στο τσιφλίκι και απέδιδε τη γη στους χειρώνακτες και στους φτωχούς χωρικούς, καθορίζοντας το όριο της αγροτικής ιδιοκτησίας αρχικά σε 200 φεντάν (κάθε φεντάν = 4.201 τ.μ.) και στη συνέχεια (1961) σε 100 φεντάν.
Η εμπόλεμη κατάσταση με το Ισραήλ, που διήλθε πολύ οξείες φάσεις, απορρόφησε ωστόσο σημαντικό μέρος του πλούτου και εμπόδισε την ανάπτυξη της αιγυπτιακής οικονομίας. Υπήρχε η ανάγκη περιστασιακά να καλύπτονται οι ζημιές, να διατίθενται σημαντικές δαπάνες για εξοπλισμούς και για την προστασία των πολιτών, να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες των εισπράξεων λόγω του κλεισίματος της Διώρυγας του Σουέζ και οι ζημιές που προήλθαν από την απώλεια των πετρελαιοπηγών του Σινά. Το κλείσιμο της Διώρυγας στέρησε την Α. από ένα έσοδο 300 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ τον χρόνο. Η απώλεια του Σινά, για ορισμένα χρόνια, μεταφράστηκε σε απώλεια μερικών από τις πιο σημαντικές πετρελαιοπηγές και η επιστράτευση είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθούν τα εργατικά χέρια από τους αγρούς, να παραλύσουν λίγο ή πολύ οι υπηρεσίες και να σημειωθεί σημαντική κάμψη στον τουρισμό.
Η ταχύρυθμη δημογραφική αύξηση περιόριζε ακόμα περισσότερο τις διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Παρ’ όλα αυτά, μετά το 1960 υλοποιήθηκαν διάφορα σπουδαία σχέδια, με ξένη τεχνική και οικονομική βοήθεια, όπως το άνω φράγμα του Ασουάν και διάφορα βιομηχανικά συγκροτήματα. Αφού επιτεύχθηκε ειρήνη με το Ισραήλ, η Α. πραγματοποίησε μια οικονομική πολιτική φιλελευθεροποίησης (ινφιτάχ) και βασίστηκε ξανά στο άνοιγμα της Διώρυγας (που έγινε το 1975), στην επανάκτηση των πετρελαιοπηγών του Σινά και στον περιορισμό των στρατιωτικών δαπανών. Είναι εύκολο λοιπόν να καταλάβει κανείς τη σπουδαιότητα της επιστροφής σε μια ειρηνική οικονομία από την επαναλειτουργία της Διώρυγας που έγινε τον Ιούνιο του 1975, μετά την αφαίρεση των εκρηκτικών μηχανημάτων και των ναυαγίων, μέχρι την επιστροφή της χερσονήσου του Σινά (1982). Η κυβέρνηση του προέδρου Μουμπάρακ ξεκίνησε αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Καμπ Ντέιβιντ (1978) μια προσπάθεια ανασύνταξης της αιγυπτιακής οικονομίας με βασικό στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας και της ένδειας και την αξιοποίηση όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Το πρόγραμμα αυτό δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα και στη δεκαετία που ακολούθησε δημιουργήθηκε μια σημαντική κοινωνική αναταραχή, την οποία εκμεταλλεύτηκε το ισλαμικό κίνημα. Μια σειρά νέων μέτρων αποφασίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, με κύριο στόχο την ιδιωτικοποίηση των κρατικών εταιρειών και την αύξηση των θέσεων εργασίας, αφού σε γενικές γραμμές η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια απέδωσε κάποια θετικά αποτελέσματα.
Ο πρόεδρος Μουμπάρακ προχώρησε αργότερα στη λήψη μέτρων για ενίσχυση των εκατομμυρίων Αιγυπτίων που ζουν στα όρια της ένδειας. Τα οικονομικά αυτά προγράμματα, μολονότι οδήγησαν στη σταθεροποίηση της οικονομίας, δεν πέτυχαν τους αναμενόμενους στόχους. Η αιγυπτιακή οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα κυρίως λόγω του υψηλού βαθμού γεννητικότητας και της έλλειψης εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Το ΑΕΠ της χώρας ήταν 258.000 εκατ. δολ. ΗΠΑ το 2001 και το κατά κεφαλήν εισόδημα 3.700 δολ. Ο πληθωρισμός ανερχόταν σε 3% το 2000 και η ανεργία στο 11,5% την ίδια χρονιά. Η Α. διαθέτει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ είναι πλούσια και σε άλλα μεταλλεύματα. Διαθέτει επίσης βιομηχανική υποδομή, αν και πολλά από τα εργοστάσιά της είναι παλαιάς τεχνολογίας.Η Α. υπήρξε ανέκαθεν μεγάλη γεωργική χώρα, που στήριξε τον πλούτο της στην εκμετάλλευση των νερών του Νείλου· ακόμα και σήμερα η γεωργία διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, καθώς απασχολεί το 39% του ενεργού πληθυσμού, εξασφαλίζει το 18% του εθνικού εισοδήματος και συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές. Όλη η αιγυπτιακή γεωργία εξαρτάται από την άρδευση που, με την πραγματοποίηση μεγάλων φραγμάτων, κατόρθωσε να γίνει μόνιμη. Συνεχίζοντας το μακραίωνο έργο της εκμετάλλευσης του Νείλου, η σύγχρονη Α. πραγματοποίησε και πραγματοποιεί συνεχείς και επιβλητικές εργασίες, τέτοιες που αγγίζουν τα όρια των δυνατοτήτων που επιτρέπει η ιδιόρρυθμη γεωγραφία της χώρας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την έκταση των καλλιεργούμενων και αρδευόμενων γαιών. Το πιο μεγαλόπρεπο έργο είναι το άνω φράγμα, περίπου 10 χλμ. πιο πάνω από το ήδη υπάρχον φράγμα του Ασουάν, που αντιπροσωπεύει ένα βασικό κεφάλαιο στην οικονομική ζωή της Α. και ένα από τα κολοσσιαία έργα του είδους που πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα. Τα νερά της μεγάλης λεκάνης –που ωστόσο η χωρητικότητά της θα περιοριστεί σημαντικά σε μερικούς αιώνες λόγω της μεγάλης συσσώρευσης ποτάμιων ιζηματαποθέσεων– διοχετεύονται, μετά την υδροηλεκτρική εκμετάλλευση, στις νέες καλλιεργούμενες ζώνες κηπευτικών και βιομηχανικών φυτών.
Η άρδευση επιτρέπει δύο, ακόμα και τρεις συγκομιδές τον χρόνο. Διακρίνονται οι καλλιέργειες σιτάουι ή χειμερινές, από τον Νοέμβριο έως τον Μάιο-Ιούνιο, που πραγματοποιούνται μετά την άνοδο των νερών (π.χ. σιτάρι, κριθάρι, όσπρια, κρεμμύδια, τριφύλλι), οι σέφι ή καλοκαιρινές (βαμβάκι, ζαχαροκάλαμο, ρύζι, σουσάμι κ.ά.) από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο και οι καλλιέργειες νίλι ή φθινοπωρινές (κεχρί και καλαμπόκι) από τα μέσα Ιουλίου έως τα τέλη Δεκεμβρίου. Τρεις συγκομιδές είναι δυνατές στην πράξη μόνο εκεί όπου ο κύκλος βλάστησης είναι πιο σύντομος. Κατά συνέπεια, η σπαρμένη επιφάνεια είναι πολύ πιο μεγάλη από την καλλιεργούμενη.
Διαδεδομένη σε όλη τη χώρα και μεγάλη πλουτοπαραγωγική πηγή της είναι η καλλιέργεια του βαμβακιού. Η καλλιέργεια αυτή, που εισήχθη από τον Μοχάμετ Άλι το 1821, επεκτάθηκε σιγά-σιγά σε όλη την κοιλάδα του Νείλου, ιδιαίτερα από τότε που επιτεύχθηκε η άρδευση του εδάφους τεχνητά, και στη συνέχεια στην περίοδο και στο μέτρο που έπρεπε, στοιχείο απαραίτητο για την καλή έκβαση του βλαστικού κύκλου. Η παραγωγή πήρε την πρώτη παγκόσμια θέση τη δεκαετία 1920-30, ύστερα μειώθηκε αισθητά, επειδή περιορίστηκε η ζήτηση, και τέλος αυξήθηκε ξανά, χάρη προπάντων στη βελτίωση της ποιότητάς του. Η Α. είναι σήμερα η ένατη βαμβακοπαραγωγός χώρα του κόσμου. Η αιγυπτιακή ίνα είναι περιζήτητη για το μήκος και την απαλότητά της και γι’ αυτό εξάγεται σε μεγάλες ποσότητες. Η σπορά γίνεται μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου και η συγκομιδή του βαμβακιού ανάμεσα στα τέλη Αυγούστου και τέλη Οκτωβρίου. Η σημερινή γεωργική πολιτική τείνει να περιορίσει την έκταση της βαμβακοκαλλιέργειας χάριν άλλων καλλιεργειών, όπως των οσπρίων, των οπωροφόρων δέντρων και του ζαχαροκάλαμου. Το τελευταίο αυτό είναι το δεύτερο ανάμεσα στα βιομηχανικά φυτά που καλλιεργούνται στην Α. και είναι διαδεδομένο προπάντων στην Άνω Α. σε σύγχρονες φυτείες (όπως στην Κομ Όμπο). Μεγάλα εργοστάσια παρασκευής ζάχαρης βρίσκονται σε όλη τη ζώνη όπου επικρατεί η καλλιέργεια αυτή, δίνοντας μια παραγωγή που βρίσκεται σε μεγάλη αύξηση και ξεπερνά σήμερα το 1 εκατ. τόνους ζάχαρης. Το σιτάρι, που υπερίσχυε στην αρχαιότητα, προσφέρει σήμερα σημαντική παραγωγή, που δεν επαρκεί όμως για τις ανάγκες της χώρας και είναι κατώτερη από την παραγωγή του καλαμποκιού. Για τη διατροφή των Αιγυπτίων τεράστια σπουδαιότητα έχουν επίσης τα κολοκύθια, τα πεπόνια, οι μελιτζάνες και προπάντων τα κουκιά (φούλια) που αποτελούν το εθνικό φαγητό των χωρικών. Τα κρεμμύδια, πάρα πολύ διαδεδομένα και αυτά, εξάγονται μαζί με άλλα κηπευτικά και πρώιμα προϊόντα (πατάτες και ντομάτες). Σημαντικές προόδους έχει σημειώσει η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών (πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια), ενώ σημαντική είναι επίσης η παραγωγή χουρμάδων.Λόγω της ανάγκης για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκμετάλλευση των αρδευόμενων γαιών για τις καλλιέργειες ειδών διατροφής, στην Α., όπως και σε όλες τις χώρες που βρίσκονται στις παρυφές των μεγάλων ερημικών περιοχών, η κτηνοτροφία βοοειδών ήταν πολύ περιορισμένη, αλλά αναπτύχθηκε μετά το 1970 χάρη στις ολοένα μεγαλύτερες διαθέσιμες ποσότητες ζωοτροφών. Ευρύτατη και παραδοσιακή είναι η διάδοση της κτηνοτροφίας αιγοπροβάτων, πιο κατάλληλης στις συνθήκες του περιβάλλοντος. Με την κτηνοτροφία ασχολούνται και οι χωρικοί στις παρυφές των αγρών και οι νομάδες στις ερημικές ζώνες. Μεγάλη χρησιμότητα έχουν για τους χωρικούς οι βούβαλοι, τόσο για τις εργασίες στους αγρούς όσο και για τις μεταφορές· για τις τελευταίες χρησιμοποιείται πάρα πολύ και ο γάιδαρος, ενώ οι καμήλες και τα άλογα είναι πιο λίγα. Πολύ διαδεδομένη είναι η εκτροφή πουλερικών.
Η αλιεία έχει περιορισμένη σπουδαιότητα στη Μεσόγειο, η οποία δεν είναι πολύ πλούσια σε αλιεύματα (είναι όμως πλούσια σε σφουγγάρια μεταξύ Αλεξάνδρειας και Σαλούμ), όπως επίσης και στην Ερυθρά θάλασσα (όπου αλιεύονται κοράλλια και μαργαριτάρια). Αντίθετα, είναι ικανοποιητική στους βάλτους και στις λίμνες του Δέλτα, καθώς επίσης και στον Νείλο και στα πλευρικά κανάλια. Το 1997 η παραγωγή αλιευμάτων έφτασε τους 418.694 τόνους.Η Α. υπήρξε κοιτίδα ενός από τους αρχαιότερους πολιτισμούς, που έφτασε σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Τα πρώτα ανθρώπινα ίχνη στη χώρα ανάγονται σε εποχή πολύ μακρινή, που είναι δύσκολο να προσδιοριστεί χρονολογικά. Υπάρχουν μαρτυρίες παρουσίας του ανθρώπου στην Α. κατά την παλαιολιθική περίοδο, τη μεσολιθική (που αποκαλείται επίσης σεμπιλαία από τον μεσολιθικό οικισμό του Σεμπίλ της Α. και χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη χρήση του πυριτόλιθου και του οστού), τη νεολιθική και την πρώτη περίοδο της εποχής των μετάλλων με ταυτόχρονη χρήση του λίθου. Από την 4η χιλιετία π.Χ., στο κατώφλι της ιστορικής εποχής, υπάρχουν πληροφορίες αρκετά ακριβείς για την οργάνωση της ζωής στις όχθες του Νείλου. Όλη η περιοχή που βρέχεται από τον Νείλο φαίνεται να ήταν χωρισμένη σε αναρίθμητες αγροτικές αυτοδιοικούμενες μονάδες, μικρές ίσως αγροτικές κοινότητες ή, το πιθανότερο, μικροσκοπικά βασίλεια με θεοκρατικό καθεστώς. Στα μικρά αυτά βασίλεια είναι φανερό πως έχουν τις ρίζες τους οι διασπαστικές και ανθενωτικές τάσεις που θα κάνουν την εμφάνισή τους κατά τις επόμενες χιλιετίες και θα χαρακτηρίσουν τις περιόδους παρακμής στην αιγυπτιακή ιστορία.
Η φαραωνική Α. Ο αιγυπτιακός πολιτισμός, από την προϊστορία και μετά, αναπτύσσεται σε ένα πολύ καλά καθορισμένο πλαίσιο: μια βαθιά κοίτη χαράζεται, στην ανατολική παρυφή του σαχαριανού υψιπέδου, από το ρεύμα του Νείλου, που φέρνει ανεξάντλητες ποσότητες νερού από το κέντρο της Αφρικής στη Μεσόγειο. Το ακραίο τμήμα της κοιλάδας αυτής, μετά τον τελευταίο καταρράκτη που σχηματίζει ο ποταμός στον δρόμο του προς τη θάλασσα, είναι η καθαυτή Α. Σε αυτήν μπορούν να διακριθούν δύο περιοχές διαφορετικού χαρακτήρα, η κυρίως κοιλάδα (Άνω Α.) και το προσχωσιγενές Δέλτα (Κάτω Α.). Η πρώτη συνδέεται περισσότερο με τον αφρικανικό (νουβιανό) κόσμο και κλιματικοί λόγοι επιτρέπουν εκεί μεγαλύτερη διατήρηση των αρχαιολογικών λειψάνων. Η δεύτερη είναι πιο ανοιχτή στον λιβυκό (βερβερικό) και μεσογειακό κόσμο, και η διαδοχή των προσχώσεων, οι πιο συχνές βροχές, η πιο μεθοδική γεωργική δραστηριότητα και η αξιοποίηση των εδαφών έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος των αρχαιολογικών μαρτυριών. Μόνο χάρη στην έμμεση παράδοση γνωρίζουμε για τη σπουδαιότητα που απέκτησαν κάποτε στο Δέλτα, αρχικά η αστική κουλτούρα και ύστερα οι συνασπισμοί πόλεων, που οδήγησαν στη δημιουργία δύο βασιλείων, της Ανατολής και της Δύσης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις πρώτες εμπειρίες μιας πολιτικής ζωής που έπρεπε να λαμβάνει υπόψη τις πολλαπλές απαιτήσεις, σε αρκετά σημαντικούς γεωγραφικά χώρους.
Σε αντιστάθμισμα της πολιτικής αυτής οργάνωσης του Δέλτα, η Κοιλάδα οργανώνεται γύρω από την Ιεράκων Πόλη (Νέχεν και Νέχεμπ), που διαμορφώνεται ως ο μεσογειακός αντίποδας της Bουτό (Πε και Ντεπ), της πρωτεύουσας του Δέλτα, που είχε προηγουμένως υπερισχύσει μιας άλλης αρχαίας πρωτεύουσας, της Σάις. Η εποχή που ονομάζουμε προδυναστική, φαίνεται να συνεπάγεται τον σχηματισμό αυτών των δύο γειτονικών βασιλείων, που το ένα δεχόταν τις επιδράσεις του άλλου και ήταν ασφαλώς αντίζηλα.
Ο Ηρόδοτος ονομάζει Μήνη αυτόν που πραγματοποίησε την ένωση των δύο βασιλείων και του αποδίδει την ίδρυση του φρουρίου (του Λευκού Τείχους) της Μέμφιδος. Η χρονολογία του γεγονότος αυτού δεν μπορεί να υπολογιστεί παρά μόνο κατά προσέγγιση, αλλά μπορεί να τοποθετηθεί γύρω στο 3200 π.Χ. Το όνομα του βασιλιά δεν φαίνεται να αναφέρεται σε κανένα αρχαϊκό κείμενο. Υπάρχει όμως το αναθηματικό μνημείο ενός ηγεμόνα, το όνομα του οποίου γράφεται Ναρ-Μερ, που τιμά καθαρά μια νίκη κατά των λαών του Δέλτα και απεικονίζεται δύο φορές, τη μία με το στέμμα της Άνω Α. και την άλλη με το στέμμα της Κάτω Α. Για την ταύτιση του Ναρ-Μερ με τον Μήνη της παράδοσης μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες, αλλά παραμένει βέβαιη η κατάκτηση του Δέλτα από τον ηγεμόνα της Κοιλάδας.
Η Α. που δημιουργείται έτσι, γνωρίζει μια πολύ γρήγορη και ριζική αλλαγή φυσιογνωμίας, τέτοια που να μπορεί να αποδοθεί στον ερχομό ενός νέου κύματος πληθυσμού, εκείνου που έμελλε να είναι η δυναστική φυλή. Αναπτύσσεται την εποχή αυτή ένα πολύ περίπλοκο σύστημα γραφής, προωθείται η αρχιτεκτονική, τίθενται οι βάσεις των μετέπειτα διοικητικών μέτρων, η επίσημη θρησκεία αποκτά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Από αυτή τη στιγμή και ύστερα, η αιγυπτιακή ιστορία τοποθετείται χρονολογικά ανάλογα με τις δυναστείες της, που ένας Αιγύπτιος ιστορικός της πτολεμαϊκής εποχής –ο ιερέας Μανέθων ο Σεβενότης– αρίθμησε από την 1η έως την 30ή, υποδεικνύοντας για καθεμία από αυτές την πλήρη σειρά των βασιλέων που την αποτελούσαν.
Οι δύο πρώτες δυναστείες, που ονομάστηκαν θινιτικές από την πρωτεύουσα Θίνι από την οποία προέρχονταν, καλύπτουν περίπου την περίοδο μεταξύ 3200 π.Χ. και 2778 π.Χ. Αυτές προετοιμάζουν την εποχή του βασιλιά Zοσέρ (3η δυναστεία, περ. 2778 – περ. 2723 π.Χ.), που είναι γνωστός σε μας από διάφορες μαρτυρίες και από τον μνημειακό τάφο του (τη λεγόμενη κλιμακωτή πυραμίδα) κοντά στη Μέμφιδα, η οποία έγινε τότε η νέα πρωτεύουσα. Κατά την 4η δυναστεία (περ. 2723 – περ. 2563 π.Χ.), την εποχή των κατασκευαστών των μεγάλων πυραμίδων της Γκίζας –Χέοπος, Χεφρήνος και Μυκερίνου– η χώρα οργανώνεται πάρα πολύ καλά υπό τη διεύθυνση κρατικών λειτουργών, που είναι γενικώς μέλη της βασιλεύουσας οικογένειας και καταλήγουν στην Αυλή, όταν τελειώνουν τις αποστολές τους στους διάφορους κλάδους της διοίκησης. Το αυλικό περιβάλλον διαφοροποιείται έτσι από την υπόλοιπη χώρα και αναπτύσσεται μια εκλεπτυσμένη κουλτούρα, που φτάνει στο αποκορύφωμά της ιδιαίτερα στις εικαστικές τέχνες.
Τους αυταρχικούς βασιλείς της 4ης δυναστείας διαδέχεται μια σειρά από πιο μετριοπαθείς ηγεμόνες, οι οποίοι στηρίζουν την εξουσία τους στη λατρεία του θεού Ηλίου (Ρα), που είναι καθολική λατρεία της Α. Η 5η και η 6η δυναστεία (περ. 2563 – 2250 π.Χ.) μας προσφέρουν αρκετά μικρότερης λαμπρότητας βασιλικά μνημεία και μεγαλύτερη αφθονία λειψάνων σχετικών με κρατικούς λειτουργούς κάθε είδους, οι οποίοι τώρα δεν προέρχονται όλοι από το βασιλικό περιβάλλον, έχουν μεγαλύτερη αυτονομία και τείνουν να δημιουργούν οικογένειες όπου η διοικητική δραστηριότητα είναι κληρονομική. Η ενεργητική συγκέντρωση εξουσίας που είχε χαρακτηρίσει την 4η δυναστεία, διαβρώνεται από τυπικά και ιδιωτικά συμφέροντα των λειτουργών, ανάμεσα στους οποίους αποκτά πλήρη φυσιογνωμία αυτός που αποκαλείται βεζίρης (βιζίρ), πραγματικός αρχηγός όλων των υπηρεσιών του κράτους, υπεύθυνος μόνο απέναντι στον βασιλιά. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση, στην οποία η βασιλική εξουσία είναι στην πραγματικότητα περιορισμένη και εξαρτάται από μια σειρά περιφερειακών οργανισμών που προκαλούν ρήγμα στην ενότητα του κράτους. Αρχίζει έτσι εκείνη που χαρακτηρίζεται πρώτη ενδιάμεση περίοδος (7η-10η δυναστεία, 2250 – περ. 2060 π.Χ.).
Με τους φαραώ της 11ης δυναστείας (περ. 2060 – περ. 2000 π.Χ.) αρχίζει το λεγόμενο Μέσο Βασίλειο, εποχή από τις πιο φωτεινές και λαμπρές όλης της αιγυπτιακής ιστορίας. Αφού αποκαθίσταται η ενότητα του κράτους και επανεδραιώνεται η εξουσία του φαραώ, πραγματοποιείται μια μεγαλόπνοη πολιτική μέσα και έξω από τα σύνορα της χώρας. Με τους Μεντουχοτέπ Β’ και Γ’ της 11ης δυναστείας (που μεταφέρουν την πρωτεύουσα στις Θήβες) και προπάντων με τον Αμενεμχέτ Α’ και τον Σέσωστρι Γ’ της 12ης δυναστείας (περ. 2000 – 1785 π.Χ.), που επαναφέρουν την πρωτεύουσα στον βορρά, πραγματοποιούνται μεγάλα προγράμματα μεταρρυθμίσεων και δημοσίων δαπανών στο εσωτερικό (αξιοσημείωτη η αξιοποίηση της Ελ Φαγιούμ, βαλτώδους εδάφους στα νότια της Μέμφιδος) και τολμηρά σχέδια επέκτασης στο εξωτερικό, που οδηγούν στην κατάληψη της Νουβίας και στην υποδούλωση εκτεταμένων εδαφών στη Συρία.
Σταδιακά, η Α. προχωρεί, με τη 13η και τη 14η δυναστεία (περ. 1785 – 1670 π.Χ.), προς μια αργή παρακμή, που την καθιστά αδύναμη και απροετοίμαστη απέναντι σε ένα γεγονός ολότελα νέο στην ιστορία της: την εισβολή, γύρω στο 1700, των Υξώς, που, αφού καταλαμβάνουν το Δέλτα, φθάνουν στη Μέμφιδα και από εκείνη τη στιγμή γίνονται επίσημοι ηγεμόνες της Α., κυριαρχώντας σε αυτή σχεδόν για έναν αιώνα.
Ο αγώνας εναντίον των Υξώς υπήρξε βίαιος. Σε αυτόν χάθηκαν τρεις Θηβαίοι βασιλείς, αλλά με τον Άμωσι ή Αχμοσέ Α’ οι Ασιάτες απωθήθηκαν στην Ασία, όπου τους καταδίωξαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα (περ. 1564 π.Χ.). Από εδώ αρχίζουν η 18η δυναστεία (περ. 1580 – 1320 π.Χ.) και εκείνη που ονομάζουμε αυτοκρατορία ή Νέο Βασίλειο. Ο βασιλικός οίκος μετατρέπει της Θήβες σε καρδιά της αυτοκρατορίας, διευρύνονται τα σύνορα στη Νουβία και μετά τον θάνατο του Τούθμωσι Γ’ (του Μισάφρι κατά Μανέθωνα) το 1450 π.Χ., η φαραωνική αυτοκρατορία επεκτείνεται πέρα από τη Νουβία, έως τον Ευφράτη.
Η ίδια διεύρυνση των συνόρων φέρνει την Α. σε επαφή με τις σφαίρες επιρροής άλλων αυτοκρατοριών, με τις οποίες μέχρι τώρα δεν είχε αληθινές επαφές, και όταν ένας ανιψιός του Τούθμωσι Γ’, ο Τούθμωσις Δ’ (1425-1405 π.Χ.) νυμφεύεται την κόρη του βασιλιά των Μιτάνι και συνάπτονται συνθήκες ανάμεσα στον φαραώ και τον βασιλιά των Χετταίων (Χιττιτών), κλονίζεται η παλιά αντίληψη για την αιγυπτιακή μοναρχία. Ο Αχενατόν ή Αμένοφις Δ’ (1377-1358 π.Χ.) προώθησε μια ριζική θρησκευτική μεταρρύθμιση, με σκοπό να αντικαταστήσει τη λατρεία του Άμμωνα με τη λατρεία του Ατόν, του ηλιακού δίσκου που χορηγεί τη ζωή. Η κρίση αυτή περνά ωστόσο χωρίς σοβαρές συνέπειες μετά τον θάνατο του Αχενατόν, με τον νεαρότατο Τουταγχαμόν, που ξαναφέρνει την πρωτεύουσα στις Θήβες (απ’ όπου είχε μεταφερθεί στην Ελ Αμάρνα, στη Μέση Α.) και αποκαθιστά τη λατρεία του Άμμωνα. Έτσι, όταν μερικές δεκαετίες αργότερα οι Χετταίοι απειλούν ξανά την αιγυπτιακή αυτοκρατορία, αυτή είναι ενωμένη και αντιδρά αμέσως αποκρούοντας την εισβολή.
Από τους ηγεμόνες της 19ης δυναστείας (1320-1198 π.Χ.), ο πιο σημαντικός είναι ο Ραμσής Β’ (περ. 1298 – περ. 1232 π.Χ.), η φήμη και η δόξα του οποίου έμελλαν να διατηρηθούν στους μετέπειτα αιώνες της ιστορίας της Α. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του έγινε η περίφημη μάχη της Καντές εναντίον των Χετταίων, που είχε αβέβαιη έκβαση, έστω και αν ύστερα ο ηγεμόνας την εκμεταλλεύτηκε ως λαμπρή προσωπική νίκη. Αλλά η πολιτική σταθερότητα και ισχύς της χώρας κατά τη μακρότατη βασιλεία του δεν απέτρεψε έναν καινούργιο και αναπάντεχο κίνδυνο, που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο γιος και διάδοχός του Μερενπτάχ ή Μενεφθά (1232-1218 π.Χ.) και τον οποίο αποτελούσαν οι ξένοι λαοί, οι οποίοι από ανατολή και δύση προσπαθούσαν να εισδύσουν στη χώρα. Αυτοί πρέπει μάλλον να ταυτίζονται με εκείνους τους λαούς της θάλασσας που είχαν ήδη σπείρει την καταστροφή στη Μικρά Ασία και στις συριακές ακτές. Ο κίνδυνος διατηρήθηκε ακόμα και όταν, ύστερα από μια περίοδο αναρχίας, ανήλθε στον θρόνο η 20ή δυναστεία (1198-1085 π.Χ.) με τον Ραμσή Γ’, τον τελευταίο μεγάλο Αιγύπτιο φαραώ, που απομάκρυνε οριστικά την απειλή.
Αλλά η Α. είναι πια μια κουρασμένη χώρα. Η τελευταία αυτή ραμσιδική εποχή (που ονομάστηκε έτσι από τα ονόματα των βασιλέων, από τον Ραμσή Γ’ έως τον Ραμσή ΙΑ’) χαρακτηρίζεται από μεγάλη παρακμή, διεφθαρμένη διοίκηση και αποτελμάτωση του πολιτισμού.
Το 1085 π.Χ. ένας στρατηγός, ο Χεριχόρ, γίνεται μέγας αρχιερέας στις Θήβες και αναλαμβάνει βασιλικά καθήκοντα, ενώ ένα άλλο πρόσωπο γίνεται ηγεμόνας στην Τάνι και είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Σμένδης (1087 π.Χ.). Ανάμεσα στους δύο οι σχέσεις είναι εγκάρδιες, αλλά η ενότητα της Α. δεν υπάρχει πια. Στην αναρχία που επικρατεί οι μόνοι που συμφωνούν σε μεγάλο μέρος της χώρας είναι οι στρατιωτικοί, εγκατεστημένοι στις διάφορες επαρχίες. Συχνά οι Λίβυοι, εναντίον των οποίων είχαν πολεμήσει ο Μερενπτάχ και ο Ραμσής Γ’, εμφανίζονται τώρα ως αφομοιωμένοι μισθοφόροι: ένας Λίβυος στρατηγός της Ηρακλεούπολης αναλαμβάνει τη βασιλεία και εγκαινιάζει τη λιβυκή περίοδο (22η-24η δυναστεία, περ. 950 – περ. 715 π.Χ.).
Η κατάσταση περιπλέκεται με την άφιξη στην Α. Νουβιανών κατακτητών με επικεφαλής τον Αιθίοπα βασιλιά Πιανχί. Μετά τη νικηφόρο προέλαση επιστρέφει στα Νάπατα και αφήνει στις Θήβες έναν κυβερνήτη. Οι διάδοχοι του Πιανχί εφαρμόζουν μια πολιτική επεμβάσεων στην Α. Το 666 π.Χ. ο Ασουρμπανιπάλ έφτασε έως τις Θήβες και τις λεηλάτησε, εκδιώκοντας τον τελευταίο ηγεμόνα της αιθιοπικής αυτής δυναστείας, τον Τενταμόν. Οι διάδοχοί του αποσύρθηκαν ακόμα πιο βαθιά στο Σουδάν και μετέφεραν την πρωτεύουσα στη Μερόη. Οι επαφές με τον αιγυπτιακό πολιτισμό αραίωσαν. Άρχισε τότε να χρησιμοποιείται μια καινούργια γραφή (η μεροητική). Ο πολιτισμός αυτός επέζησε έως τη ρωμαϊκή εποχή και είχε μεγάλη σπουδαιότητα στην ιστορία της περιοχής.
Το 663 π.Χ. ένας ηγεμόνας της Σάις, ο Ψαμμήτιχος Α’, εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές διαμάχες των Ασσυρίων και έχοντας τη βοήθεια του βασιλιά της Λυδίας Γύγη, που του έστειλε Έλληνες και Κάρες μισθοφόρους, κατορθώνει να αποκαταστήσει την εσωτερική ενότητα της Α. ιδρύοντας την 26η δυναστεία (663-525 π.Χ.)· αυτή είναι και η τελευταία περίοδος ακμής της Α. Τότε εισάγεται στην Α. και το ελληνικό στοιχείο, που αντιπροσωπεύεται από στρατιώτες και εμπόρους. Μια εξέγερση του παλαιού λιβυκού στρατού φέρνει στον θρόνο τον Άμασι, τον στρατηγό που είχε σταλεί προκειμένου να καταστείλει την εξέγερση και ο οποίος ανακηρύχθηκε από τους επαναστάτες βασιλιάς (569 π.Χ.). Ο Άμασις ήταν εκείνος που άξιζε τον τίτλο του φιλέλληνα στην ελληνική παράδοση, καθώς τους Έλληνες ιδιαίτερα πραγματοποίησε μια σειρά από συμμαχίες και αμυντικά συστήματα, που έμελλαν να προστατεύσουν την Α. από την επίθεση μιας νεοεμφανιζόμενης δύναμης, η οποία διαγραφόταν απειλητική στον ορίζοντα, με σαφείς φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας: οι Πέρσες. Η πολιτική οξυδέρκεια και η στρατιωτική ενόραση του Άμαση δεν ωφέλησαν σε τίποτα. Λίγο μετά τον θάνατό του, ο διάδοχός του Ψαμμήτιχος Γ’ ηττήθηκε από τον Καμβύση (525 π.Χ.) και οι Πέρσες έκαναν την Α. σατραπεία της αυτοκρατορίας τους (27η-30ή δυναστεία, περ. 525 – 332 π.Χ.).
Με τις συχνές εξεγέρσεις που εκδηλώνονταν, ανέρχονταν στον θρόνο διάφοροι Αιγύπτιοι βασιλείς, που βοηθούνταν συχνά από τους Έλληνες, αλλά οι οποίοι με τη σειρά τους τούς βοηθούσαν και αυτοί. Ωστόσο οι εξεγέρσεις καταστέλλονταν αργά ή γρήγορα από τους Πέρσες και, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατέστρεψε την αυτοκρατορία του Δαρείου, η Α. απέκτησε την ελευθερία της. Το έτος 332 π.Χ. συμβολίζει το επίσημο τέλος της φαραωνικής εποχής.
Η Α. της πτολεμαϊκής και της βυζαντινής περιόδου. Το ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε οραματιστεί για την Α. ένα ιδιαίτερο μέλλον, φαίνεται από την ίδρυση της Αλεξάνδρειας, την ανάληψη του αιγυπτιακού βασιλικού τίτλου και από το ταξίδι του στην Όαση του Άμμωνα, όπου ανακηρύχθηκε γιος του θεού. Αλλά ο θάνατός του κατέστρεψε τα σχέδια αυτά και ο διαμελισμός της αυτοκρατορίας ανάμεσα στους στρατηγούς του (επιγόνους) συνεπαγόταν, σε ό,τι αφορούσε την Α., την αρχή της βασιλείας των Πτολεμαίων, που αντιπροσώπευε στο σύνολό της μια περίοδο ειρήνης και ευημερίας και διήρκεσε τρεις αιώνες, έως το 31 π.Χ., όταν ο στόλος της τελευταίας Αιγύπτιας βασίλισσας Κλεοπάτρας και του Μάρκου Αντωνίου ηττήθηκε στο Άκτιο από τον Οκταβιανό. Η Α. έγινε έτσι ρωμαϊκή επαρχία, με ειδικό καθεστώς σε σχέση με τις άλλες επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η διακυβέρνηση της οποίας γινόταν από τους ίδιους τους αυτοκράτορες μέσω ενός τοποτηρητή. Η χώρα διαιρέθηκε σε τρεις διοικήσεις, καθεμία από τις οποίες υποδιαιρέθηκε με τη σειρά της σε νομούς. Μεγάλο μέρος της γραφειοκρατίας αφέθηκε στα χέρια των Ελλήνων. Στους Ρωμαίους δόθηκαν τα σπουδαιότερα αξιώματα. Ο στρατός ήταν ρωμαϊκός και η δικαιοσύνη ισχυρά συγκεντρωτική (επίσης στα χέρια των Ρωμαίων). Οι καταχρήσεις των διοικητών και των στρατιωτικών είχαν ως συνέπεια μια σειρά εξεγέρσεων, με αποτέλεσμα η Α., που είχε θεωρηθεί τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. ο σιτοβολώνας της αυτοκρατορίας και ευημερούσε οικονομικά, να καταλήξει φτωχή και εξασθενημένη. Το 212 μ.Χ. ο Καρακάλλας θέσπισε διάταγμα με το οποίο παραχωρούσε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Ο αντίκτυπος της επέκτασης των δικαιωμάτων αυτών στην Α. δεν είναι σαφής και είναι αρκετά αμφίβολο αν επωφελήθηκαν οι κατώτερες τάξεις.
Στη νέα οργάνωση που δόθηκε στην αυτοκρατορία από τον Διοκλητιανό –διαίρεση σε διοικήσεις– η διοίκηση της Α. (με κυβερνήτη έναν τοποτηρητή ο οποίος είχε έδρα στην Αντιόχεια) περιλάμβανε την Α. και την Κυρηναϊκή. Η πρώτη με τη σειρά της διαιρέθηκε σε τρεις επαρχίες (Θηβαΐδα, Α. και Αυγούστα), και η δεύτερη σε δύο (Άνω Λιβύη και Κάτω Λιβύη). Στην περίοδο αυτή το εξελληνισμένο στοιχείο, εκτός από την Αλεξάνδρεια, χάνει σιγά-σιγά τα πρωτεία του, ενώ αναπτύσσεται ξανά το ιθαγενές. Ταυτόχρονα διαδίδεται ολοένα και περισσότερο, ιδιαίτερα ανάμεσα στους ιθαγενείς, ο χριστιανισμός και αναπτύσσεται μια νέα γλώσσα κληρονομημένη από την αρχαία αιγυπτιακή, η οποία όμως γράφεται με ελληνικούς χαρακτήρες: η κοπτική.
Τον 4ο αι. διαδόθηκε σημαντικά ο μοναχισμός, που είχε αρχίσει τον προηγούμενο αιώνα. Δημιουργήθηκαν πολλά μοναστήρια με ζωή και κανόνες κοινούς και το 340 ιδρύθηκε το πρώτο γυναικείο μοναστήρι. Μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου, η Α. αποτέλεσε τμήμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους (Βυζάντιο), παραμένοντας ακόμα στην ελληνική σφαίρα επιρροής έως τα μέσα του 7ου αι., με τη σύντομη παρένθεση μιας περσικής εισβολής μεταξύ 616 και 627. Έμελλε ωστόσο να επακολουθήσει η αραβική επίθεση, στην οποία, λόγω της έλλειψης διοικητικής ενότητας, των μεγάλων θρησκευτικών διενέξεων και της κατάρρευσης των θεσμών, η Α. δεν μπόρεσε να αντισταθεί.
Η αραβική και η οθωμανική περίοδος. Ένας γενναίος και ικανός φρούραρχος του μεγάλου χαλίφη Ομάρ (634-644), ο Αμρ ιμπν αλ-Ας, μέλος της φυλής των Κορεϊσιτών (Κουραΐς), υπήρξε ο κατακτητής της Α., που νίκησε τους Βυζαντινούς και το 641 κυρίευσε το οχυρό της Βαβυλώνας. Όπως στις άλλες κατακτημένες περιοχές, οι Άραβες άφησαν να επιζήσει στην Α. η τοπική διοικητική οργάνωση. Δημιούργησαν την πρωτεύουσά τους όχι στην Αλεξάνδρεια, αλλά στην αλ-Φουστάτ, όπου είχαν το μεγαλύτερο στρατόπεδό τους. Η συγχώνευση με το τοπικό κοπτικό στοιχείο έγινε πιο αργά από αλλού· και αν το ολιγάριθμο ελληνικό στοιχείο απορροφήθηκε γρήγορα, δεν συνέβη το ίδιο με το κοπτικό που προέβαλε αντίσταση. Από όλες τις αραβικές χώρες η Α. είναι εκείνη που διατήρησε, στην αραβομουσουλμανική βασικά φυσιογνωμία της, μερικά τυπικά εθνικά χαρακτηριστικά. Υπό το χαλιφάτο ή το βασίλειο των Ομεϊάδων (661-750), η Α. είχε σημαντική αυτονομία, συνέβαλε στην ισχύ του προμηθεύοντας πλοία και ναυτικούς και συμμετείχε στην καλλιτεχνική, λογοτεχνική και επιστημονική λαμπρότητα που χαρακτήρισε τον ισλαμισμό στον πρώτο αιώνα της ζωής του.
Υπό τη δυναστεία των Αβασιδών (750-1258), το 868 ο κυβερνήτης Άχματ ιμπν Τουλούν, ένας σκλάβος τουρκικής καταγωγής, προσπάθησε να δημιουργήσει ένα είδος αυτόνομης δυναστείας στην Α. και επεξέτεινε την εξουσία του στην Παλαιστίνη και στη Συρία, αλλά η απόπειρά του απέτυχε, επειδή οι χαλίφηδες της Βαγδάτης κατόρθωσαν να επανεδραιώσουν την εξουσία τους στη χώρα. Το 935 η Α. αποσπάστηκε στην πράξη, αν όχι τυπικά, από την Αβασιδική αυτοκρατορία, επειδή ένας νέος Τούρκος κυβερνήτης, ο Μοχάμετ αλ Ιχσίντ, την έκανε αυτόνομη επαρχία έως το 969, όταν εδραιώθηκε και στην Α. η Φατιμιδική δυναστεία που αναπτύχθηκε στην Ιφρικίγια (έδαφος της σημερινής Τυνησίας).
Η μεταφορά της έδρας των Φατιμιδών έγινε από τον τέταρτο χαλίφη της δυναστείας, Μαάντ αλ-Μουίζ (952-957), που δέχτηκε τις υπηρεσίες ενός γενναίου του στρατηγού, του Τζαουχάρ ας-Σικίλι. Ο τελευταίος νίκησε τους Ιχσιδίτες, κατέκτησε την αλ-Φουστάτ (969) και σε ένα προάστιό της έθεσε τον πρώτο λίθο εκείνου που έμελλε να γίνει αργότερα το Κάιρο. Άρχισε επίσης την κατασκευή του τζαμιού αλ-Άζχαρ και του πανεπιστημίου που φέρει το ίδιο όνομα και το οποίο είναι ένα από τα παλαιότερα του κόσμου.
Οι Φατιμίδες έφτασαν στο αποκορύφωμα της δόξας τους με τον χαλίφη αλ-Μουστανσίρ (1035-1094), όταν ένας ευνοούμενος στρατηγός του κήρυξε έκπτωτη την Αβασιδική ηγεμονία προς όφελος της Φατιμιδικής. Εντούτοις, η παρακμή της είχε ήδη αρχίσει. Στην υπονόμευση της εξουσίας της συνέβαλαν διάφοροι ξένοι παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους ο κυριότερος ήταν η εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων στην αυλή της Bαγδάτης και ο διορισμός των αρχηγών τους ως αντιβασιλέων της αυτοκρατορίας με τον τίτλο του σουλτάνου. Στην πράξη, στα τέλη του 11ου αι., η φατιμιδική εξουσία είχε περιοριστεί σχεδόν μονάχα στην Α., ώσπου το 1171 ο Σαλάχ αντ-Ντιν, ο περίφημος Σαλαδίνος της Δύσης, την κήρυξε έκπτωτη και ένωσε την επαρχία της Α. με το χαλιφάτο της Βαγδάτης, αρχίζοντας τη δυναστεία των Αγιουβιτών (1171-1250).
Οι μεγαλειώδεις κατακτήσεις που έγιναν από τον Σαλαδίνο –που πριν πεθάνει είχε μοιράσει το κράτος στους τρεις γιους του (Α., Δαμασκός και Χαλέπι) και στους δύο αδελφούς του (Μεσοποταμία και Υεμένη)– πολύ σύντομα διαλύθηκαν στα χέρια των διαδόχων του. Ένας από τους αδελφούς του κατόρθωσε να γίνει κύριος της Δαμασκού και της Α., μεταφέροντας εκεί την έδρα της κυβέρνησής του, όπου τον διαδέχθηκε ο γιος του αλ-Μαλίκ αλ-Κάμιλ (1218-38), ο οποίος υπήρξε ο μεγαλύτερος από τους Αγιουβίτες και κατόρθωσε να διώξει τους Σταυροφόρους, που λίγο πριν από την άνοδό του στον θρόνο είχαν αποβιβαστεί στη Δαμιέτη. Ο αλ-Κάμιλ δέχτηκε (1219) τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, με τον οποίο συζήτησε σχετικά με την αληθινή θρησκεία. Το 1249, μια σταυροφορία με επικεφαλής τον Λουδοβίκο Θ’ έφτασε έως την Α., αλλά μια επιδημία και μια πλημμύρα του Νείλου την υποχρέωσαν να διαλυθεί στην Ελ Μανσούρα. Ο Λουδοβίκος Θ’ αιχμαλωτίστηκε, αλλά αφέθηκε ελεύθερος έναν μήνα αργότερα, ύστερα από καταβολή λύτρων. Την ίδια εποχή πέθανε εκείνος που υπήρξε ουσιαστικά ο τελευταίος Αγιουβίτης σουλτάνος: ο ας-Σάλιχ. Η χήρα του, που λεγόταν Σατζάρ αντ-Ντουρ, ανακηρύχθηκε σουλτάνα, μοναδική περίπτωση στη μουσουλμανική ιστορία. Γυναίκα με εξαιρετική ενεργητικότητα και ευφυΐα, δεν δίστασε να παντρευτεί τον διοικητή των μαμελουκικών δυνάμεων Ιζ αν-Ντιν Αϊμπέκ, ο οποίος έγινε έτσι σουλτάνος. Με τον τρόπο αυτόν τερματιζόταν η Αγιουβιτική δυναστεία της Α. (1250).
Η νέα δυναστεία υπήρξε εκείνη των Μαμελούκων σουλτάνων (1250-1517). Οι Μαμελούκοι ήταν σκλάβοι (μαμλούκ), οι οποίοι αποτελούσαν τον στρατό που ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στην Α. Ήταν στην πλειονότητά τους Τούρκοι, που κατάγονταν από την περιοχή βόρεια του Εύξεινου Πόντου, αλλά περιλάμβαναν και Κιρκασίους και, σε μικρότερο ποσοστό, Κούρδους, Μογγόλους καθώς και Ευρωπαίους. Στα πρώτα πενήντα χρόνια της κυριαρχίας τους, οι νέοι σουλτάνοι –ιδιαίτερα ο αζ-Zάχιρ Μπαϊμπάρς (1260-77) και ο Καλαούν (1279-90)– υπήρξαν πρωταγωνιστές δύο μεγάλων γεγονότων που επηρέασαν την πορεία της ιστορίας της Εγγύς Ανατολής και ίσως ολόκληρου του τότε γνωστού κόσμου: της αναχαίτισης των Μογγόλων του Τζένγκις Χαν και του ανιψιού του Χουλαγού, οι οποίοι, αφού κατέλαβαν τη Βαγδάτη (1258), προχώρησαν προς τη Συρία και την Παλαιστίνη, και της εκδίωξης των Σταυροφόρων από τους Αγίους Τόπους (πτώση της Άκρα, 1291).
Η δύναμη των Μαμελούκων σουλτάνων άρχισε να παρακμάζει στις αρχές του 15ου αι. Το πρώτο πλήγμα ήρθε από την εισβολή των Τουρκομογγόλων του Ταμερλάνου στη Συρία (1400-1). Όταν αυτοί αποσύρθηκαν ύστερα από τη λεηλασία, έφτασαν οι βεδουίνοι, για να συμπληρώσουν το έργο της καταστροφής, και ύστερα οι επιδημίες. Ο σουλτάνος Μπαρσμπάι (1422-38) εξασφάλισε νέα έσοδα για τον προϋπολογισμό, θεσπίζοντας το μονοπώλιο της ζάχαρης, του πιπεριού και άλλων ειδών, αλλά τα μέτρα αυτά προκάλεσαν αντίποινα από μέρους των ξένων και οικονομική κρίση. Το τελειωτικό χτύπημα όμως στην οικονομική θέση της Α. δόθηκε από τους Πορτογάλους που, φτάνοντας στην Ινδία (1498), έγιναν οι αποκλειστικοί κύριοι των πηγών των μπαχαρικών. Ο αγώνας που διεξήγαγαν εναντίον των Αράβων εμπόρων και η καταστροφή του αιγυπτιακού στόλου στην Ερυθρά θάλασσα υπήρξαν μοιραίες για τους Μαμελούκους. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η ανακάλυψη της Αμερικής, που είχε ως αποτέλεσμα να περάσει η Μεσόγειος σε δεύτερη μοίρα.
Στο μεταξύ, στις αρχές του 16ου αι. είχαν εδραιωθεί στον μουσουλμανικό κόσμο δύο νέες δυναστείες, που βρίσκονταν σε διαμάχη μεταξύ τους: η δυναστεία των Οθωμανών στην Τουρκία και η δυναστεία των Σαφαβιδών στην Περσία. Αναγκασμένος να πάρει θέση ανάμεσα στον σάχη Ισμαήλ (1502-24) και στον σουλτάνο Σελίμ Α’ (1512-20), ο Μαμελούκος σουλτάνος Κανσούχ αλ-Γούρι (1501-16) τάχθηκε με το μέρος του πρώτου. Ωστόσο, στάθηκε άτυχος, γιατί ο Σελίμ Α’, αφού νίκησε τους Πέρσες, έστρεψε τα όπλα εναντίον του και η νίκη του επέτρεψε στον Σελίμ να προσαρτήσει την Α. στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1517).
Από το 1524 η μεγαλύτερη αρχή στην Α., που αποτελούσε πλέον μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως επαρχία με ειδικό καθεστώς, ήταν ένας γενικός κυβερνήτης (βαλής), ο οποίος εκλεγόταν ανάμεσα στις σπουδαιότερες τουρκικές προσωπικότητες που είχαν τον τιμητικό τίτλο του πασά. Ο βαλής ασκούσε τα καθήκοντά του με τη βοήθεια του ντιβανιού, ενός οργάνου που είχε νομοθετικές και διοικητικές λειτουργίες και το οποίο αποτελούσαν μπέηδες και αξιωματούχοι, είτε Τούρκοι είτε Μαμελούκοι, που βρίσκονταν επικεφαλής των περιφερειών ή των υπηρεσιών του κυβερνείου.
Η ιστορία της οθωμανικής Α., από το 1517 έως το 1798, διαιρείται συνήθως σε τρεις περιόδους. Η πρώτη διήρκεσε περίπου έναν αιώνα και τότε τα πρωτεία κατείχε η οθωμανική ιεραρχία· στη δεύτερη, ανάμεσα στις αρχές του 17ου αι. και το 1671, εξασθένησε η οθωμανική επιρροή και ανατράπηκε η ισορροπία ανάμεσα στις δύο ιεραρχίες· η τρίτη, μεταξύ 1671 και 1798, αποτέλεσε τον θρίαμβο της μαμελουκικής ιεραρχίας επί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την εγκατάλειψη του πασά της Α. από την κεντρική αρχή, όταν οι Μαμελούκοι μπέηδες ένωσαν ξανά τις δυνάμεις τους, κατά τη διάρκεια του 18ου αι., για να τον εκθρονίσουν.
Αυτή ήταν η κατάσταση της Α., όταν ο Ναπολέων αποβιβάστηκε στην Αλεξάνδρεια το 1798. Οι Γάλλοι νίκησαν τους Μαμελούκους στη μάχη των Πυραμίδων (21 Ιουλίου 1798) και ύστερα συνέχισαν προς τη Γιάφα και την Άκρα, όπου ηττήθηκαν από τον τοπικό κυβερνήτη και από μια βρετανική ναυτική μοίρα. Η σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του γαλλικού στόλου που ήταν αγκυροβολημένος στον όρμο του Αμπουκίρ από τον Νέλσον (1 Αυγούστου 1798), ανάγκασε τον Ναπολέοντα να εγκαταλείψει την επιχείρηση και να επιστρέψει γρήγορα στη Γαλλία. Οι Άγγλοι αποβιβάστηκαν στην Αλεξάνδρεια και ανέλαβαν τον έλεγχο της Κάτω Α. (1801-3). Ύστερα από έξι αιώνες, η Ευρώπη επανερχόταν στην αραβική σκηνή.
Η δημιουργία της σύγχρονης Α. Όταν έφυγαν οι Γάλλοι –οι Άγγλοι παρέμειναν ακόμα– η Υψηλή Πύλη έστειλε έναν νέο πασά με εντολή να εξοντώσει τους Μαμελούκους και να επαναφέρει τη χώρα στην τάξη. Στις διαταγές του πασά ήταν και ένα μεγάλο αλβανικό απόσπασμα. Ο υποδιοικητής του, Μοχάμετ Άλι, κατόρθωσε να επιβληθεί σε μερικές φατρίες που διαφωνούσαν και το 1805 αναγνωρίστηκε από τον σουλτάνο ως πασάς της Α. Ο Μοχάμετ Άλι, που ήταν άνθρωπος με ασυνήθιστη ενεργητικότητα, ικανότητα και στρατηγικό ταλέντο, ξεκίνησε ένα μεγαλειώδες έργο εσωτερικής ανανέωσης της χώρας και μια τολμηρή εξωτερική επεκτατική πολιτική, που τελικά στράφηκε επίσης εναντίον της ίδιας της Τουρκίας. Δίκαια θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της σύγχρονης Α.
Τον Μοχάμετ Άλι διαδέχθηκε ο Αμπάς (1848-54) και αυτόν ο Σάιντ (1854-63), τελευταίος επιζών γιος του Μοχάμετ, το όνομα του οποίου είναι συνδεδεμένο με δύο επεισόδια αποφασιστικά για την ιστορία της Α.: την ανάθεση της κατασκευής της Διώρυγας του Σουέζ στον φίλο του Φερντινάν ντε Λεσέψ για λογαριασμό της Διεθνούς Εταιρείας, που ιδρύθηκε από Γάλλους μετόχους και από τον ίδιο τον Σάιντ και άρχισε τις εργασίες το 1859, και με την ανάληψη του πρώτου δανείου από το εξωτερικό (3 εκατομμύρια στερλίνες, που παραχωρήθηκαν από τράπεζα του Λονδίνου). Αυτός ήταν ο πρώτος κρίκος μιας αλυσίδας εξωτερικών δανεισμών, που έμελλε να οδηγήσουν την Α. σε οικονομική καταστροφή, στη γαλλοαγγλική επέμβαση και στην αγγλική κατοχή.
Το 1863 ανήλθε στον θρόνο ο αντιβασιλέας Ισμαήλ (1863-79), ανιψιός του Σάιντ, ο οποίος ήταν ο πρώτος με τον τίτλο του χεδίβη (άρχοντα), που του παραχωρήθηκε από τον σουλτάνο το 1867. Στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ο Ισμαήλ είναι πιο γνωστός από τον παππού του, ιδρυτή της σύγχρονης Α. και της δυναστείας, τόσο για τις υπερβολικές σπατάλες του όσο και επειδή στη διάρκεια της βασιλείας του η χώρα περιήλθε υπό τον έλεγχο των ξένων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας. Εκτός από τις περιττές και ανώφελες δαπάνες για την πραγματοποίηση μάλλον ανέφικτων ιμπεριαλιστικών ονείρων, αν ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση (εκστρατείες στο Άνω Σουδάν και στις εκβολές του Τζούμπα, 1874-76), το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών διατέθηκε για τη βελτίωση των οικονομικών, κοινωνικών και πνευματικών συνθηκών της Α. Για να έχουν εγγυήσεις, ωστόσο, προς τα ολοένα αυξανόμενα χρέη του χεδίβη απέναντί τους, η Γαλλία και η Αγγλία υπαγόρευσαν στον Ισμαήλ να διορίσει δύο πολίτες τους ως ελεγκτές των οικονομικών του κράτους και ύστερα ζήτησαν τη δημιουργία μιας κυβέρνησης, στην οποία οι δύο ελεγκτές διορίστηκαν υπουργοί (1878). Αυτή ήταν η λεγόμενη αγγλογαλλική συγκυριαρχία στην Α.
Η δυσαρέσκεια, που φώλιαζε στον λαό και στον στρατό, τόσο εναντίον των ξένων όσο και εναντίον της Τουρκίας και του χεδίβη, ξέσπασε τέλος σε εξέγερση (Ιανουάριος 1881), αμέσως μόλις βρήκε έναν ηγέτη στο πρόσωπο του συνταγματάρχη Αχμέτ Οράμπι μπέη (γνωστού ως Αραμπί πασά), που εξαπέλυσε το σύνθημα «Η Α. στους Αιγυπτίους». Αλλά η Αγγλία, λαμβάνοντας αφορμή από μερικές ταραχές που ξέσπασαν στην Αλεξάνδρεια (Ιούνιος 1882), βομβάρδισε την πόλη και ύστερα διέταξε απόβαση (Ιούλιος 1882). Ο Οράμπι κατέφυγε στο Κάιρο, όπου σχημάτισε κυβέρνηση αντίθετη προς αυτήν του χεδίβη. Στις 13 Σεπτεμβρίου τα αγγλικά στρατεύματα νίκησαν τον Οράμπι στην Ελ Τελ ελ Κεμπίρ, βόρεια του Καΐρου, και τον αιχμαλώτισαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά έλαβε χάρη από τον χεδίβη και εξορίστηκε στην Κεϋλάνη. Έτσι άρχισε και τελείωσε στην Α. η πρώτη επαναστατική προσπάθεια πραγματικά εθνικού χαρακτήρα.
Η νομική θέση της Α. ήταν πολύ παράδοξη: η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν ανακήρυξε την Α. ούτε αποικία ούτε προτεκτοράτο, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για μια «προσωρινή στρατιωτική κατοχή», η οποία θα τερματιζόταν αμέσως μόλις θα είχε αποκατασταθεί η τάξη. Η προσωρινή αυτή κατάσταση διήρκεσε όμως έως το 1956. Κυρίαρχος και ρυθμιστής της ζωής της χώρας ήταν ο Βρετανός γενικός πρόξενος, αξίωμα που κατείχε από το 1883 έως το 1907 ο σερ Έβελιν Μπέιρινγκ (λόρδος Κρόμερ), τυπική μορφή ανθύπατου. Ο χεδίβης και οι υπουργοί ενεργούσαν ύστερα από συμβουλές του και υπό τον έλεγχό του. Άγγλοι σύμβουλοι και κρατικοί υπάλληλοι διηύθυναν όλα τα υπουργεία. Ο αιγυπτιακός στρατός αναδιαρθρώθηκε μετά το 1883 με αγγλικά στελέχη και με Άγγλο διοικητή, που ονομαζόταν σιρντάρ. Στο πλευρό του υπήρχαν οι δυνάμεις κατοχής.
Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, οι Άγγλοι δήλωσαν ότι η Α. βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση (12 Αυγούστου 1914). Αφού η Τουρκία τάχθηκε με το μέρος των κεντρικών αυτοκρατοριών, ο χεδίβης Αμπάς Β’ (1892-1914) απέστειλε από την Κωνσταντινούπολη όπου βρισκόταν, έκκληση προς τους Αιγυπτίους και τους Σουδανούς να πάρουν τα όπλα εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας. Κατά διαταγή του Λονδίνου, ο γενικός πρόξενος Κίτσενερ (1911-14) ανακήρυξε αγγλικό προτεκτοράτο την Α., ρυθμίζοντας έτσι την παράδοξη νομική κατάσταση της χώρας. Την ίδια μέρα ο Αμπάς Β’ καθαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε από τον θείο του Χουσαΐν Κάμιλ, στον οποίο δόθηκε ο τίτλος του σουλτάνου. Τον γενικό πρόξενο αντικατέστησε ο ύπατος αρμοστής σερ Χένρι Μακ Μάον. Το 1917 πέθανε ο Χουσαΐν Κάμιλ και, εφόσον ο γιος του είχε αρνηθεί τη διαδοχή, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Φουάτ (1917-22).
Υπό τον Αμπάς Β’ αναφάνηκαν στο μεταξύ τα πρώτα εθνικιστικά ρεύματα. Μερικά εμπνέονταν από τις ισλαμικές και φιλελεύθερες αρχές και υποστηρίζονταν από τον μεταρρυθμιστή Γκαμάλ αντ-Ντιν αλ-Αφγάνι και από τον μαθητή του Μοχάμετ Αμπντούλ, ενώ άλλα εμπνέονταν από τις εθνικιστικές και δημοκρατικές αρχές και υποστηρίζονταν από τον Μουστάφα Κάμιλ (1874-1908), έναν δικηγόρο που είχε σπουδάσει στο Παρίσι. Ο τελευταίος αυτός οργάνωσε ένα πραγματικό κίνημα, η ηγεσία του οποίου, μετά τον θάνατό του, περιήλθε στα χέρια ενός άλλου δικηγόρου, του Σάιντ Zαγκλούλ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι εθνικιστές παρέμειναν ήσυχοι· δεν είχαν ανταποκριθεί στην έκκληση του Αμπάς Β’. Ενθαρρυμένοι και από την πολεμική προπαγάνδα και από τα περίφημα 14 σημεία του Γουίλσον, άρχισαν να δρουν αμέσως μόλις τερματίστηκε ο πόλεμος. Ο Zαγκλούλ ίδρυσε στις 11 Νοεμβρίου 1918 μια κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία (Ουάφντ), με σκοπό να μεταβεί στο Λονδίνο και να διαπραγματευτεί την ανεξαρτησία εν ονόματι της χώρας, ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές αρχές. Επειδή δεν κατόρθωσε τίποτα, εξαπέλυσε μια βίαιη αντιβρετανική εκστρατεία, αλλά ο ύπατος αρμοστής Γουινγκέιτ τον συνέλαβε και τον εκτόπισε στη Μάλτα (1919). Αφού απελευθερώθηκε, ξανάρχισε τη δράση του με ακόμα μεγαλύτερη βιαιότητα.
Μια επιτροπή έρευνας, υπό την προεδρία του λόρδου Μίλνερ, παρουσίασε έκθεση (Μάρτιος 1920), στην οποία πρότεινε να παραχωρηθεί στην Α. εσωτερική αυτονομία και να υπογραφεί με αυτήν συνθήκη συμμαχίας. Ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Zαγκλούλ εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες, η αγγλική κυβέρνηση έλαβε την απόφαση να παραχωρήσει στην Α. την ανεξαρτησία, αλλά περισσότερο τυπικά παρά ουσιαστικά. Στις 28 Φεβρουαρίου 1922 εξέδωσε μια δήλωση, στην οποία ανήγγειλε ότι η Α. ήταν ανεξάρτητο κράτος. Η Αγγλία επιφυλασσόταν να διαπραγματευτεί με το νέο κράτος τα εξής τέσσερα σημεία: την ασφάλεια των αυτοκρατορικών επικοινωνιών, την άμυνα της Α. κατά τυχόν εξωτερικών επιθέσεων, την προστασία των ξένων μειονοτήτων και συμφερόντων και το ζήτημα του Σουδάν (το τελευταίο αυτό είχε ανακηρυχθεί αγγλοαιγυπτιακή συγκυριαρχία το 1899, παρότι στην πραγματικότητα είχε παραμείνει αγγλική).
Απέναντι στην Αγγλία, όμως, η θέση της Α. παρέμεινε αναλλοίωτη. Ο σουλτάνος έλαβε τον καινούργιο τίτλο Φουάτ Α’, βασιλιάς της Α., αλλά όχι και του Σουδάν, όπως ήθελαν οι εθνικιστές, και στις 19 Απριλίου 1923 εξέδωσε σύνταγμα εμπνευσμένο από το βελγικό σύνταγμα του 1830. Στις εκλογές που έγιναν τον Ιανουάριο του 1924, θριάμβευσε η Ουάφντ, το κόμμα που είχε ιδρύσει ο Zαγκλούλ, ο οποίος είχε απελευθερωθεί τον προηγούμενο χρόνο από τους Άγγλους. Ο ίδιος διορίστηκε αρχηγός της κυβέρνησης. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας μακροχρόνιος αγώνας, που διήρκεσε έως το 1936, ανάμεσα στον βασιλιά και την Ουάφντ (επικεφαλής της οποίας εξελέγη ο εν-Ναχάς, όταν ο Zαγκλούλ πέθανε το 1927). Με τη συνθήκη της 26ης Αυγούστου 1936 –έτος κατά το οποίο πέθανε ο Φουάτ και τον διαδέχθηκε στον θρόνο ο γιος του, Φαρούκ– επικυρώθηκαν η διαρκής συμμαχία ανάμεσα στην Αγγλία και στην Α., το τέλος της αγγλικής στρατιωτικής κατοχής και η παραίτηση από μέρους της Αγγλίας του καθεστώτος των διομολογήσεων (η Αγγλία διατηρούσε ωστόσο αεροπορικές και χερσαίες βάσεις κατά μήκος της Διώρυγας και η Α. δεσμευόταν την εγγύηση διάθεσης του εδάφους της προς όφελός της, σε περίπτωση πολέμου), ενώ τέλος εδραιωνόταν η παλιά αγγλοαιγυπτιακή συγκυριαρχία στο Σουδάν.
Στην πραγματικότητα όμως η συνθήκη δεν τερμάτισε την αγγλική στρατιωτική κατοχή, ενώ δέσμευσε την Α. σε μια στρατιωτική συμμαχία με την Αγγλία, που την ανέμειξε στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Οι νεότερες εξελίξεις. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, το αδιέξοδο στα προβλήματα των σχέσεων με τη Μεγάλη Βρετανία, η οργή για την ατυχή συμμετοχή (1948) στον αραβικό πόλεμο κατά του Ισραήλ, το αίσθημα της ανικανότητας –που ήταν διάχυτο στις πιο δραστήριες δυνάμεις του έθνους– ενός καθεστώτος που δεν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στις πιέσεις του Λονδίνου και στη λαϊκή θέληση, υπήρξαν τα αίτια που οδήγησαν στην εξέγερση του 1952. Με ένα κεραυνοβόλο πραξικόπημα, στις 23 Ιουλίου εκείνου του χρόνου, μια ομάδα στρατιωτικών ανέλαβε την εξουσία χωρίς να συναντήσει καμιά ουσιαστική αντίσταση από το παλαιό πολιτικό σύστημα. Ο βασιλιάς Φαρούκ αναγκάστηκε να παραιτηθεί χάριν του γιου του Φουάτ και να εξοριστεί (26 Ιουλίου), ενώ τις εξουσίες ανέλαβε ένα επαναστατικό συμβούλιο. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος, ξεχώριζαν οι προσωπικότητες του στρατηγού Μοχάμετ Ναγκίμπ, του αρχαιότερου από τους επαναστάτες αξιωματικούς, και του συνταγματάρχη Γκαμάλ Αμπντ ελ-Νασίρ (Νάσερ), του πιο δημοφιλούς, ανυπόμονου και φιλόδοξου από τους υποκινητές του πραξικοπήματος.
Η συμβίωση ανάμεσα στο στρατιωτικό καθεστώς και στη μοναρχία ήταν πρόσκαιρη. Τον Δεκέμβριο του 1952 το σύνταγμα του 1923 καταργήθηκε και τον Ιούνιο του 1953 ο Μοχάμετ Ναγκίμπ ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της δημοκρατίας. Ο συνταγματάρχης Νάσερ είχε προτιμήσει να διατηρήσει δευτερεύοντα ρόλο, αλλά ως φυσικός ερμηνευτής της ριζοσπαστικής και ολοκληρωτικής ψυχής της στρατιωτικής επανάστασης, ο Νάσερ επιβλήθηκε τελικά και, ύστερα από μια σειρά διενέξεων, ο Ναγκίμπ έχασε (14 Νοεμβρίου 1954) όλες τις εξουσίες και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Η Α. ρύθμισε το 1954, με τη συνθήκη που υπογράφηκε στις 19 Οκτωβρίου, τις διμερείς σχέσεις της με τη Μεγάλη Βρετανία. Η συμφωνία προέβλεπε την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από το Σουέζ μέσα σε 20 μήνες. Το πρόβλημα του Σουδάν λύθηκε το 1953 με την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης στη χώρα αυτή, που έγινε ανεξάρτητη την 1η Ιανουαρίου 1956. Ο Νάσερ, που στις 23 Ιουνίου του ίδιου έτους αναλάμβανε την προεδρία, μπορούσε πια να παρουσιαστεί στην αραβική κοινή γνώμη ως ο υπέρμαχος ενός εθνικισμού χωρίς περιορισμούς.
Αλλά όταν στις 26 Ιουλίου αναγγέλθηκε από τον Αιγύπτιο πρόεδρο στην Αλεξάνδρεια η εθνικοποίηση της Διεθνούς Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ (το διεθνές νομικό καθεστώς της οποίας οριζόταν μέχρι τότε από τη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης του 1888, που επικύρωνε την αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη Διώρυγα σε καιρό ειρήνης και πολέμου για όλα τα εμπορικά και πολεμικά πλοία), η αντίδραση στις πρωτεύουσες της δυτικής Ευρώπης, ιδιαίτερα στο Παρίσι και στο Λονδίνο, υπήρξε μεγάλη και αμέσως εξετάστηκε η λήψη αντιποίνων. Οι λεπτομέρειες της επιχείρησης τέθηκαν σε εφαρμογή με την επέμβαση του Ισραήλ, που ακολουθώντας μια στρατηγική ενεργού αυτοάμυνας, επιτέθηκε στο Σινά, για να δώσει στους Άγγλους και Γάλλους μια πρόφαση για να επέμβουν. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις άρχισαν στις 29 Οκτωβρίου με την εισβολή στο Σινά εκ μέρους του ισραηλινού στρατού.
Χάρη στις συνδυασμένες πιέσεις της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ο ΟΗΕ ψήφισε μια απόφαση που κατάπαυε την τριμερή δράση και έστειλε στο Σινά ειρηνευτικό σώμα, το οποίο έμελλε να εξασφαλίσει για περισσότερο από δέκα χρόνια μια ικανοποιητική ηρεμία στα αιγυπτοϊσραηλινά σύνορα. Το Ισραήλ, που είχε καταστρέψει τις βάσεις των Παλαιστίνιων πολεμιστών στη Γάζα και είχε καταρρακώσει το στρατιωτικό γόητρο της Α., δέχθηκε να αποσύρει τα στρατεύματά του από το Σινά, αλλά εξασφάλισε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο στενό Τιράν, που βρισκόταν υπό την επίβλεψη των κυανοκράνων του ΟΗΕ.
Η πολιτική ενίσχυση του Νάσερ είχε τα πιο άμεσα αποτελέσματά της στην άνοδο του άστρου του στον αραβικό κόσμο. Το 1958 η Α. και η Συρία ίδρυσαν την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (ΗΑΔ), στην οποία προσχώρησε και η Υεμένη, αλλά τρία χρόνια αργότερα (1961) ο σχηματισμός διαλύθηκε. Ωστόσο, η Α. εξακολουθούσε να διατηρεί τη νέα ονομασία και να βρίσκεται έτσι συμβολικά στην κορυφή του αραβικού εθνικιστικού κινήματος και, όπως είχε συμβεί συχνά στην παναραβική πολιτική, η ενότητα είχε ως ερέθισμα προπάντων τον αγώνα κατά του Ισραήλ.
Η ευκαιρία του πολέμου προσφέρθηκε από την απόφαση του Νάσερ να κλείσει τον κόλπο της Άκαμπα και να συγκεντρώσει τα στρατεύματά του στα σύνορα με το Ισραήλ, για να αντιμετωπίσει μια υποθετική απειλή της Ιερουσαλήμ κατά της Συρίας. Αλλά στις 5 Ιουνίου 1967 οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, καταστρέφοντας στις πρώτες ώρες της σύρραξης την αιγυπτιακή αεροπορία. Η έκβαση της σύγκρουσης υπήρξε αμέσως αποφασιστική, λόγω της δυσαναλογίας των επιθετικών μέσων των δύο μερών και ο πόλεμος επεκτάθηκε στην Ιορδανία και στη Συρία. Η γρήγορη επέμβαση του ΟΗΕ σταμάτησε τους αντιπάλους ύστερα από συγκρούσεις έξι ημερών και το παύσατε πυρ εφαρμόστηκε σε όλα τα μέτωπα στις 10 Ιουνίου. Το Ισραήλ είχε όμως προλάβει να καταλάβει τη Λωρίδα της Γάζας και όλο το Σινά, φθάνοντας έως την ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ σε αιγυπτιακό έδαφος, ενώ προσάρτησε την υπόλοιπη Ιερουσαλήμ και τα υψώματα του Γκολάν.
Το στρατιωτικό καθεστώς συγκλονίστηκε από αυτή την απόδειξη ανικανότητας και αδυναμίας. Εκκαθαρίστηκαν οι ανώτερες στρατιωτικές διοικήσεις και ο στρατηγός Αμέρ, στενότατος συνεργάτης του Νάσερ, διοικητής των ενόπλων δυνάμεων και αντιπρόεδρος της δημοκρατίας, αυτοκτόνησε, αφού συνελήφθη με την κατηγορία οργάνωσης πραξικοπήματος. Με τη θέληση του λαού ο Νάσερ παρέμεινε ακόμα στην ηγεσία του κράτους, αλλά οι τελευταίες ενέργειές του περιορίστηκαν στο να καταστούν λιγότερο εύθραυστες οι σχέσεις με τα αραβικά κράτη και να ελιχθεί η Α. ανάμεσα σε ΗΠΑ και πρώην ΕΣΣΔ, για να έχει κάποιο χώρο αυτόνομης πολιτικής, ενώ έβλεπε να απομακρύνεται η ημέρα της εκδίκησης κατά του Ισραήλ.
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Νάσερ (28 Σεπτεμβρίου 1970), τον διαδέχθηκε στην αρχηγία του κράτους ο Ανουάρ ας-Σαντάτ, που εδραιώθηκε ύστερα με δημοψήφισμα τον Οκτώβριο του 1970. Σε στρατιωτικό επίπεδο, προσπάθησε να διορθώσει τα σφάλματα που είχαν γίνει στην προηγούμενη αραβοϊσραηλινή σύγκρουση και για τον σκοπό αυτό ενίσχυσε την προετοιμασία των στρατευμάτων του και εξασφάλισε από την πρώην ΕΣΣΔ ικανοποιητική κάλυψη σε πυραύλους. Αυτό επέτρεψε στην Α. (που στις 10 Σεπτεμβρίου 1973, στο Κάιρο, είχε επανασυνδέσει τη φιλία με τη Συρία) να εξαπολύσει μια από κοινού με τη Συρία βίαιη επίθεση κατά του Ισραήλ, με δηλωμένη πρόθεση να ανακαταλάβει τα εδάφη που είχαν χαθεί το 1967 και με τη φανερή ελπίδα να εξαφανίσει το Ισραήλ από τη Μέση Ανατολή (Πόλεμος του Κιπούρ). Στις 6 Οκτωβρίου, μεγάλα αιγυπτιακά τεθωρακισμένα στρατεύματα πέρασαν τη Διώρυγα και αποβιβάστηκαν στο Σινά, κάνοντας επίθεση στην αμυντική γραμμή των Ισραηλινών Μπαρ-Λεβ. Ύστερα από την πρώτη εβδομάδα πολέμου κατά την οποία επικράτησαν οι Άραβες, το Ισραήλ κατόρθωσε να διεξαγάγει μια αποτελεσματική αντεπίθεση, ενώ μια ισραηλινή τακτική δύναμη διείσδυσε σε αιγυπτιακό έδαφος στα δυτικά της Διώρυγας, κατορθώνοντας να καταστρέψει εχθρικές βάσεις πυραύλων. Στις 21 Οκτωβρίου, η Μόσχα και η Ουάσινγκτον, που είχαν εφοδιάσει με πολεμικό υλικό τους αντιπάλους, ανήγγειλαν ότι είχαν επιτύχει μια συμφωνία και ζήτησαν τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Την επόμενη ημέρα τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν τη αμερικανοσοβιετική απόφαση. Έτσι με το παύσατε πυρ οι αντίπαλες δυνάμεις παρέμειναν στις θέσεις τους, ενώ άρχιζαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και τις αραβικές χώρες, με βάση την απόφαση του ΟΗΕ το 1967. Αλλά μονάχα στις 18 Ιανουαρίου 1974 το Ισραήλ υπέγραψε με την Α. το Σχέδιο Κίσινγκερ για την απαγκίστρωση του μετώπου του Σινά, σχέδιο που οδήγησε στην αποχώρηση των Ισραηλινών τόσο από την καθαυτή Α. όσο και από τη λωρίδα του δυτικού Σινά, και στη δημιουργία μιας λωρίδας ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, την οποία ανέλαβαν τα στρατεύματα του ΟΗΕ. Μετέπειτα διαπραγματεύσεις με την αμερικανική διαμεσολάβηση κατέληξαν το καλοκαίρι του 1975 σε συμφωνία ανάμεσα σε Ιερουσαλήμ και Κάιρο, που οδήγησε σε μια ακόμα υποχώρηση (1976) των ισραηλινών γραμμών στο Σινά.
Μετά τον πόλεμο, ο Σαντάτ πραγματοποίησε μια φιλοδυτική στροφή της πολιτικής του, ώσπου έφτασε σε ρήξη με την πρώην ΕΣΣΔ, καταργώντας (Μάρτιος 1976) τη συμφωνία συνεργασίας και φιλίας ανάμεσα στις δύο χώρες που είχε συναφθεί το 1971. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος ήταν πράγματι διπλά συνδεδεμένος τόσο με τη Δύση (λόγω της προμήθειας όπλων και τεχνολογίας) όσο και με μερικές μετριοπαθείς ισλαμικές χώρες (αναγκαίες χρηματοδοτήσεις για την ανόρθωση της αιγυπτιακής οικονομίας). Η επαναλειτουργία της Διώρυγας στις 5 Ιουνίου 1975, που είχε παραμείνει κλειστή από το 1967, αποφασίστηκε ακριβώς σε συνάρτηση με την ανόρθωση αυτή. Το 1975 οι αυξήσεις των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης, η εγκατάλειψη ορισμένων φιλολαϊκών μέτρων, τυπικών της εποχής του Νάσερ, και ο πολλαπλασιασμός των φαινομένων παράνομου πλουτισμού προκάλεσαν ένα εκτεταμένο κύμα εργατικών ταραχών, που επαναλήφθηκαν τον Ιανουάριο του 1977. Στο τέλος του ίδιου αυτού χρόνου, με το ταξίδι του Σαντάτ στην Ιερουσαλήμ, πραγματοποιήθηκε μια στροφή στις σχέσεις ανάμεσα σε Ισραήλ και Α.
Σε μια εντυπωσιακή ιστορική πρωτοβουλία του, ο πρόεδρος Σαντάτ επισκέφθηκε το Ισραήλ το 1977 και μίλησε στην ισραηλινή βουλή (Κνεσέτ). Πολλές αραβικές χώρες αντιτάχθηκαν στην επίσκεψη αυτή και οι ηγέτες της Συρίας, της Λιβύης, της Αλγερίας, του Ιράκ και της Υεμένης, καθώς και η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης καταδίκασαν την Α., η οποία απάντησε με διακοπή των σχέσεων μαζί τους. Τον Σεπτέμβριο του 1978, μετά από συνομιλίες στην τοποθεσία Καμπ Ντέιβιντ των ΗΠΑ, ο πρόεδρος Σαντάτ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν υπέγραψαν δύο συμφωνίες. Η πρώτη προέβλεπε μια πενταετή μεταβατική περίοδο, κατά την οποία οι κάτοικοι των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών θα αποκτούσαν πλήρη αυτονομία, κάτι που δεν έγινε ποτέ, ενώ η δεύτερη συμφωνία προέβλεπε τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ Α. και Ισραήλ. Η συνθήκη υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1979 και το Ισραήλ στη συνέχεια αποχώρησε σταδιακά από τη χερσόνησο του Σινά. Ο Αραβικός Σύνδεσμος απέβαλε την Α. από τις τάξεις του, ενώ επέβαλε πολιτικές και οικονομικές κυρώσεις στη χώρα. Ο Σαντάτ συνέχισε να εργάζεται για τη βελτίωση των σχέσεων με το Ισραήλ και τον Φεβρουάριο του 1980 οι δύο χώρες αντάλλαξαν πρεσβευτές.
Στο εσωτερικό μέτωπο, το 1974 ο Σαντάτ εισήγαγε μια πιο φιλελεύθερη κοινωνική και οικονομική πολιτική. Τα πολιτικά κόμματα έλαβαν για πρώτη φορά μέρος στις εκλογές του 1976 και το 1978 ο Σαντάτ ίδρυσε το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, του οποίου τέθηκε ηγέτης. Τον Οκτώβριο του 1981, όμως, ο Σαντάτ δολοφονήθηκε από μέλη της ακραίας φονταμενταλιστικής οργάνωσης Ισλαμική Τζιχάντ και τον διαδέχθηκε ο αντιπρόεδρος και πρώην αρχηγός της αεροπορίας Χόσνι Μουμπάρακ. Στα τέλη του 1983, ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιάσερ Αραφάτ επισκέφθηκε τον πρόεδρο Μουμπάρακ, αποκαθιστώντας έτσι τις σχέσεις με την Α., ενέργεια την οποία ακολούθησε και η Ιορδανία. Ο πρόεδρος Μουμπάρακ, συνοδευόμενος από τον βασιλιά της Ιορδανίας, επισκέφθηκε τη Βαγδάτη τον Μάρτιο του 1985, για να δείξει την υποστήριξή του στον Ιρακινό πρόεδρο στη σύγκρουσή του με το Ιράν.
Ο πρόεδρος Μουμπάρακ, ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας και ο Αραφάτ συνέχισαν τις προσπάθειές τους για την αναζήτηση λύσης στο Παλαιστινιακό και ο Μουμπάρακ υιοθέτησε τη συμφωνία των δύο άλλων, για μια κοινή ιορδανοπαλαιστινιακή αντιπροσωπεία, που θα συμμετείχε ενδεχομένως σε μια διάσκεψη για τη Μέση Ανατολή. Οι προοπτικές αυτές υπονομεύτηκαν όμως το 1985, όταν μια παλαιστινιακή οργάνωση κατέλαβε το ιταλικό κρουαζιερόπλοιο Ακίλε Λάουρο, ενώ αργότερα σημειώθηκε αεροπειρατεία σε αιγυπτιακό αεροσκάφος και η επέμβαση των Αιγυπτίων για την απελευθέρωση των ομήρων είχε ως αποτέλεσμα 58 νεκρούς.
Οι σχέσεις της Α. με το Ισραήλ επιδεινώθηκαν μετά την ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο το 1982, ενώ αργότερα οι δύο χώρες ενεπλάκησαν σε διένεξη για μια λωρίδα γης στην Ερυθρά θάλασσα, η οποία τελικά αποδόθηκε μετά από διεθνή διαιτησία στην Α. Στις εκλογές του 1987, μετά από μια προεκλογική εκστρατεία που σημαδεύτηκε από επιθέσεις φανατικών μουσουλμάνων εναντίον χριστιανών, καθώς και από καταγγελίες για τη διαφθορά κυβερνητικών αξιωματούχων, το κυβερνών Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα εξέλεξε τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών, ενώ από τα κόμματα της αντιπολίτευσης η Μουσουλμανική Αδελφότητα αναδείχθηκε πρώτο κόμμα. Τον Οκτώβριο του 1987 ο Μουμπάρακ εξελέγη για δεύτερη εξαετή θητεία, αλλά λίγο αργότερα η Α. συγκλονίστηκε από αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και απεργίες, λόγω των μεγάλων αυξήσεων στις τιμές και των ελλείψεων στα τρόφιμα. Η κυβέρνηση προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις ισλαμιστών αλλά και αριστερών, ενώ οι φανατικοί μουσουλμάνοι άρχισαν τις πρώτες δολοφονικές απόπειρες εναντίον κυβερνητικών αξιωματούχων, επιχειρώντας να δολοφονήσουν τον υπουργό Εσωτερικών.
Στις εκλογές του 1990, τα κυριότερα κόμματα της αντιπολίτευσης αρνήθηκαν να συμμετάσχουν. Το ποσοστό συμμετοχής κυμάνθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα και βέβαια το κυβερνών κόμμα απέσπασε τη συντριπτική πλειοψηφία. Στα τέλη του 1987 οι Άραβες ηγέτες προσπάθησαν να λύσουν το ζήτημα της επανένταξης της Α. στον Αραβικό Σύνδεσμο. Αναγνωρίζοντας τη συμβολή της Α. στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, η διάσκεψη κορυφής των Αράβων είχε αφήσει το ζήτημα αυτό στην ευχέρεια της κάθε χώρας. Έτσι, οι αραβικές χώρες άρχισαν σταδιακά η μία μετά την άλλη να αποκαθιστούν τις σχέσεις τους με την Α. Στα τέλη του 1988 η Α. αναγνώρισε το ανακηρυχθέν, από το Εθνικό Παλαιστινιακό Συμβούλιο, παλαιστινιακό κράτος, ενώ λίγο αργότερα η επίσκεψη του βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας στο Κάιρο προηγήθηκε της επίσημης επανένταξης της Α. στον Αραβικό Σύνδεσμο.
Στις αρχές του 1989, η Α. συνέβαλε καθοριστικά με τον υπουργό Εξωτερικών Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι στις προσπάθειες να αρχίσουν συνομιλίες για την επίλυση του Παλαιστινιακού. Έπειτα από αμερικανική διπλωματική υποστήριξη, οι ΗΠΑ διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο πέντε σημείων για την πραγματοποίηση εκλογών στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Η διαδικασία όμως προσέκρουσε στη μαζική μετανάστευση Εβραίων από την πρόσφατα διαλυμένη Σοβιετική Ένωση, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα κατεχόμενα. Η απογοήτευση της Α. για την έλλειψη προόδου στο Παλαιστινιακό και η κλιμάκωση της εξέγερσης των Παλαιστινίων, που έγινε γνωστή έως Ιντιφάντα, ανάγκασε την αιγυπτιακή κυβέρνηση να υιοθετήσει σκληρότερη στάση απέναντι στο Ισραήλ, κατηγορώντας το για αδιαλλαξία.
Μετά την εισβολή και την κατάληψη του Κουβέιτ από το Ιράκ, η Α. πρωτοστάτησε στην αποδοκιμασία του Ιράκ και στην αποστολή αραβικών δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία. Το αιγυπτιακό σώμα αριθμούσε 35.000 άντρες και έλαβε μέρος σε ορισμένες συγκρούσεις, ενώ στο εσωτερικό της χώρας δεν υπήρξαν μεγάλες αντιδράσεις για τη συμμετοχή της Α. στον πόλεμο του Κόλπου. Αντίθετα, η Α. αναδείχθηκε ως σοβαρή και μετριοπαθής δύναμη και το διεθνές κύρος της αυξήθηκε. Η Α. έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές προσπάθειες που οδήγησαν στη σύγκληση της διάσκεψης ειρήνης στη Μαδρίτη, τον Οκτώβριο του 1991. Οι Αιγύπτιοι μεσολαβητές έπαιξαν ακόμη σημαντικό ρόλο στις μυστικές διαπραγματεύσεις, που οδήγησαν στην υπογραφή της διακήρυξης αρχών για την παλαιστινιακή αυτονομία τον Σεπτέμβριο του 1993.
Από τις αρχές του 1992, οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Α. καθορίζονται από την προσπάθεια της κυβέρνησης να καταστείλει το κίνημα των ακραίων ισλαμιστών, το οποίο αναπτύσσεται δυναμικά. Τα στρατοδικεία καταδικάζουν σε βαριές ποινές εξτρεμιστές ισλαμιστές, ενώ από τις αρχές του 1993 οι οργανώσεις των ισλαμιστών κήρυξαν πόλεμο κατά των ξένων τουριστών. Η τουριστική βιομηχανία υπέστη πλήγμα, ενώ η κυβέρνηση ενέτεινε τη βίαιη καταστολή των ισλαμιστών. Στις αρχές του 1994 οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν εκατοντάδες υπόπτους για τρομοκρατική δράση, ενώ οι θανατικές καταδίκες πολλαπλασιάστηκαν. Τον Απρίλιο του 1994, ο επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας δολοφονήθηκε από μέλη της οργάνωσης Τζάμα Ισλαμίγια και οι δυνάμεις ασφαλείας προέβησαν σε μαζικές συλλήψεις. Η κυβέρνηση κατάργησε τις τοπικές εκλογές και το υπουργείο Εσωτερικών ανέλαβε να διορίζει δημάρχους, για να συντονιστεί καλύτερα ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας. Στη διάρκεια του 1994 οι ισλαμιστές επιχείρησαν και άλλες επιθέσεις εναντίον τουριστών, ενώ παράλληλα διεθνείς οργανώσεις κατηγόρησαν τις αρχές για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Μουμπάρακ εξελέγη τον Οκτώβριο του 1993 για τρίτη φορά στη θέση του προέδρου, με το 95% των ψήφων.
Τον Νοέμβριο του 1995, 21 εκατομμύρια Αιγύπτιοι ψηφοφόροι προσήλθαν στις κάλπες, για να εκλέξουν τα 444 μέλη της νέας βουλής της χώρας, ενώ στις εκλογές μετείχαν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης που είχαν αρνηθεί να μετάσχουν στις εκλογές του 1990. Και αυτή τη φορά δεν έλειψαν καταγγελίες για νοθεία και εκφοβισμό των ψηφοφόρων, αλλά η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η ψηφοφορία υπήρξε ελεύθερη και αδιάβλητη, μολονότι σε ορισμένα επεισόδια έχασαν τη ζωή τους τέσσερις άνθρωποι. Το κυβερνών Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε τις 317 από τις 444 έδρες της βουλής, οι ανεξάρτητοι απέσπασαν συνολικά 114 έδρες, το φιλελεύθερο Ουάφντ κέρδισε έξι έδρες και τις υπόλοιπες ελάχιστες έδρες μοιράστηκαν τα κόμματα της αριστεράς και οι νασερικοί.
Το 1996, η τρομοκρατική δράση των Αιγυπτίων φανατικών ισλαμιστών διεθνοποιήθηκε, με επιθέσεις εναντίον αιγυπτιακών στόχων στο εξωτερικό, χωρίς όμως να μειωθεί η τρομοκρατία στο εσωτερικό: στις 18 Απριλίου 1996 σκοτώθηκαν 18 Έλληνες τουρίστες στην Α. από φανατικούς ισλαμιστές. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους έγινε στο Κάιρο σύνοδος κορυφής των αραβικών κρατών –εκτός του Ιράκ– με σκοπό να διατυπωθεί κοινή αραβική απάντηση στην αδιαλλαξία του Ισραήλ, καθώς και στην διαμορφούμενη στρατηγική συμμαχία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.
Το 2000, το κυβερνών κόμμα σημείωσε νέα εκλογική νίκη, καταλαμβάνοντας τις 388 έδρες του κοινοβουλίου. Το 2002, έτος αναζωπύρωσης του Παλαιστινιακού, η Α. τήρησε μεν στάση καταγγελίας της εισβολής των Ισραηλινών στα κατεχόμενα εδάφη της Παλαιστίνης, χωρίς ωστόσο να εμπλακεί σε άλλες περιπέτειες.Η εποχή του Αρχαίου Βασιλείου. Η αρχαιότερη περίοδος της αιγυπτιακής λογοτεχνίας, που αντιστοιχεί με την εποχή του Αρχαίου Βασιλείου, περιλαμβάνει μαγικά-νεκρώσιμα, μυθικά-κοσμογονικά, βιογραφικά και κείμενα σοφίας. Το πρώτο είδος κειμένων αντιπροσωπεύεται από τα αποκαλούμενα Κείμενα των Πυραμίδων, που ονομάστηκαν έτσι επειδή ήταν χαραγμένα στους τοίχους των εσωτερικών δωματίων των βασιλικών πυραμίδων μεταξύ του τέλους της 5ης δυναστείας και της 6ης, ως νεκρώσιμο τελετουργικό ειδικά βασιλικό. Πολλοί από τους τύπους αυτούς μπορούν να αναχθούν σε μια εποχή πιο παλιά από εκείνη που αφηγούνται, μερικοί μάλιστα ακόμα και στους προϊστορικούς χρόνους. Μυθικό και κοσμογονικό είναι το κείμενο της Στήλης του Σαμπάκα, που χρονολογείται από την 5η δυναστεία, αλλά διασώθηκε σε ένα πολύ μεταγενέστερο αντίγραφο, το οποίο αντιγράφηκε από ένα πανάρχαιο χειρόγραφο φαγωμένο από τα σκουλήκια πάνω σε μια στήλη κατά διαταγή του φαραώ Σαμπάκα (της 25ης δυναστείας, περ. 700 π.Χ.). Ανάμεσα στα βιογραφικά κείμενα λογοτεχνικού ενδιαφέροντος πρέπει να αναφερθούν η Αυτοβιογραφία του Ούνι, ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου της 6ης δυναστείας –γραμμένη σε μια στήλη που βρίσκεται τώρα στο Μουσείο του Καΐρου– και η Αυτοβιογραφία του Χερχούφ, που υπάρχει και σήμερα στον τάφο του στο Ασουάν.
Τη μεγάλη λογοτεχνική δόξα του Αρχαίου Βασιλείου αποτελούν όμως τα κείμενα σοφίας, οι ηθικές Διδασκαλίες, που ένας πατέρας δίνει στον γιο του για να του διδάξει τους κανόνες της ζωής. Η πιο αρχαία Διδασκαλία (της 4ης δυναστείας) έχει συγγραφέα τον πρίγκιπα Χαρτζεντέφ, γιο του φαραώ Χέοπα. Από αυτήν έφτασε σε μας μόνο το αρχικό τμήμα, όχι σε αντίγραφο της εποχής του, αλλά σε όστρακα του Νέου Βασιλείου. Από τη Διδασκαλία για τον Καγκεμνί, έναν υπουργό που το όνομά του ήταν ίσως Καϊρές, της 4ης δυναστείας, διασώθηκε μόνο το τελικό τμήμα· το ηθικό ιδεώδες στο κείμενο είναι η μετριοπάθεια και ο αυτοέλεγχος, η δε ηθική έννοια της διδασκαλίας χρωματίζεται από ένα αίσθημα σεβασμού προς έναν άγνωστο για τα σχέδια και τις τιμωρίες του θεό. Πλήρης, αντίθετα, έφτασε έως εμάς η Διδασκαλία του Πταχοτέπ, ενός υπουργού της 5ης δυναστείας.
Η μεταβατική περίοδος. Μεταξύ του τέλους του Αρχαίου Βασιλείου και των αρχών του Μέσου, η Α. πέρασε μια περίοδο βαριάς κρίσης. Την εποχή εκείνη σημειώθηκε ένας εκδημοκρατισμός του υπερπέραν, με την έννοια ότι η μεταθανάτια θεοποίηση –περιορισμένη στο Αρχαίο Βασίλειο μόνο στον βασιλιά– επεκτάθηκε και στους ευγενείς (αργότερα και σε όλους τους υπηκόους). Αυτό μαρτυρείται από τα νεκρώσιμα κείμενα της εποχής εκείνης, τα Κείμενα των σαρκοφάγων (τα οποία ονομάστηκαν έτσι, επειδή γράφονταν με πλάγια ιερογλυφικά στα τοιχώματα των ξύλινων σαρκοφάγων), τα οποία χρησιμοποιούν επίσης τύπους των Κειμένων των Πυραμίδων, καθώς και άλλο υλικό, που αρχικά δεν ήταν νεκρώσιμο.
Η πολιτική κατάσταση και οι κοινωνικές αναταραχές που σημειώθηκαν στην Α. την ταραγμένη εκείνη εποχή, ενέπνευσαν τους Θρήνους του Ιπουούρ, έργο με καθαρά πολιτικές τάσεις. Άνθρωπος πλούσιος και κυριευμένος από αγανάκτηση, ο Ιπουούρ υπήρξε ικανός λογοτέχνης. Το υλικό του αποτελεί μια ευρεία σύνθεση, όπου μομφές, παράπονα, νοσταλγική θλίψη για την παλιά κοινωνική τάξη (ο Ιπουούρ ήταν συντηρητικός) εκφράζονται με ποιητικό ύφος, στο οποίο η δύναμη των αισθημάτων εκφράζεται με όλα τα μέσα της τεχνικής ποίησης.
Το διδακτικό είδος αντιπροσωπεύεται την εποχή εκείνη από τη Διδασκαλία για τον Μερικάρα και απευθύνεται από έναν βασιλιά της 10ης δυναστείας, ίσως από τον Χέτι Β’, στον γιο και διάδοχό του Μερικάρα. Το κείμενο αυτό δείχνει την ισχυρή ιστορική, πολιτική και προπάντων κοινωνική συνείδηση, που είναι τυπική της εποχής εκείνης.
Ως αφηγηματικό έργο, η ίδια αυτή εποχή μάς έδωσε την Εύγλωττη Οασίτα, στην οποία το καθαρά αφηγηματικό μέρος χρησιμεύει στην ουσία ως πλαίσιο στις εννέα δημηγορίες. Όλες αυτές οι δημηγορίες βασίζονται στην αντίληψη της μαάτ (δικαιοσύνης), που νοείται σε κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή ως το δικαίωμα κάθε ανθρώπου, φτωχού ή πλουσίου, να βρίσκει δικαιοσύνη. Το ύφος τους είναι τεχνητό και γεμάτο εικόνες, αλληγορικό και σκοτεινό, αλλά με προσόντα ρητορικής και επιχειρηματολογίας. Μια άλλη έκφραση του κλίματος της εποχής εκείνης είναι μια λυρική σύνθεση σε αρμονικά ανεπτυγμένες στροφές: Διάλογος μεταξύ ενός ανθρώπου που κουράστηκε να ζει και της ψυχής του. Την ίδια φωνή που μιλάει στον Διάλογο μέσω της ψυχής, απηχεί και το Τραγούδι του αρπιστή, που πραγματεύεται επίσης το θέμα του θανάτου, ο οποίος δεν πραγματοποιεί τις ελπίδες που η παράδοση απέδιδε στον νεκρό –ειρήνη και αιώνια δικαιοσύνη– αλλά αντίθετα τον χωρίζει βίαια από τη ζωή, μια μοίρα δηλαδή σκληρή και πέρα από την ανθρώπινη γνώση.
Η κλασική εποχή. Με το Μέσο Βασίλειο η τάξη στη χώρα και η κεντρική εξουσία αποκαταστάθηκαν και πάλι χάρη στην παλινόρθωση της φαραωνικής εξουσίας. Ιδιαίτερα η περίοδος της 12ης δυναστείας θεωρείται η κλασική εποχή της αιγυπτιακής λογοτεχνίας. Ως νεκρώσιμα κείμενα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται οι μορφές των Κειμένων των σαρκοφάγων. Οι βιογραφίες του Μέσου Βασιλείου δείχνουν έναν ηθοπλαστικό τόνο και συνεχίζουν την παράδοση εκείνων της πρώτης ενδιάμεσης περιόδου με τα ιδεώδη της καλοσύνης, της ισότητας, της φιλανθρωπίας προς τους πεινασμένους, τους γυμνούς, τις χήρες και τα ορφανά. Τα βασιλικά επιγραφικά κείμενα της 12ης δυναστείας (για παράδειγμα, η Στήλη των συνόρων Α. και Νουβίας, που τοποθετήθηκε στη Σέμνα την εποχή του Σέσωστρι Γ’) έχουν συχνά έναν αυτοβιογραφικό και ηθοπλαστικό τόνο. Εκτός από αυτά, το κείμενο της Στήλης της ίδρυσης του ναού της Ηλιούπολης του Σέσωστρι Α’, είναι το πρώτο παράδειγμα βασιλικού διηγήματος, δηλαδή μιας επιγραφικής αφήγησης, προορισμένης να διακηρύξει μια επιχείρηση του ηγεμόνα, η οποία ακολουθεί ένα ορισμένο σχήμα. Το βασιλικό διήγημα, ως βασιλικό επιγραφικό ύφος, γνώρισε μεγάλη επιτυχία στο Νέο Βασίλειο και μετέπειτα έως την εποχή των Πτολεμαίων.
Οι Θρήνοι του Χαχεπερασενέμπ συνδέονται άμεσα με εκείνους του Ιπουούρ κατά την πρώτη ενδιάμεση περίοδο. Και επειδή δεν έχουν πραγματικό περιεχόμενο αγανάκτησης ή πάθους, είναι λογοτεχνικό έργο στο οποίο μάλλον κυριαρχεί η ψυχρή λογική και όχι το συναίσθημα. Αντίθετα, ένα κείμενο που ανταποκρίνεται σε μια ακριβή πολιτική βασιλικής προπαγάνδας και χρονολογείται από τις αρχές της 12ης δυναστείας είναι η Προφητεία του Νεφερτί, στο οποίο αναφέρεται ότι ο ιερέας της Ηλιούπολης, Νεφερτί, προφήτευε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του φαραώ Σνοφρού, της 4ης δυναστείας, αναγγέλλοντας ότι οι μελλοντικές ατυχίες της Α. θα θεραπευτούν από έναν άνθρωπο της Άνω Α. με το όνομα Αμένι. Αμένι είναι ο υποκοριστικός τύπος του Αμενεμχέτ, του ονόματος δηλαδή του Αμενεμχέτ Α’, ιδρυτή της 12ης δυναστείας.
Η Διδασκαλία του Αμενεμχέτ Α’ προς τον γιο του Σέσωστρι (το κείμενο συντέθηκε ασφαλώς από τον ίδιο τον Σέσωστρι, όταν διαδέχθηκε στον θρόνο τον πατέρα του, που δολοφονήθηκε) είναι ένα αληθινό όργανο πολιτικής προπαγάνδας κατά των αντιπάλων της δυναστείας ή ανταγωνιστών του Σέσωστρι Α’, έξοχο έργο ενός μεγάλου λογοτέχνη της εποχής εκείνης, του Χέτι (την πληροφορία οφείλουμε στον καλλιεργημένο γραφέα που έγραψε το κείμενο του παπύρου Τσέστερ Μπίτι ΙV). Άλλες λογοτεχνικές συνθέσεις, που με τη μορφή της διδασκαλίας από πατέρα σε γιο, είχαν σκοπό να διαδώσουν μια προπαγάνδα νομιμοφροσύνης και αφοσίωσης στον φαραώ, είναι οι Διδαχές νομιμοφροσύνης, από τις οποίες η μία αποτελεί προπαγάνδα απευθυνόμενη προς τους ευγενείς, και η Διδασκαλία ενός ανθρώπου προς τον γιο του, που σκοπό είχε να διαδοθεί στον λαό, στις πιο ταπεινές τάξεις του οποίου η νομιμοφροσύνη προς τον φαραώ είχε επιτρέψει τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους. Ο Χέτι, ο συγγραφέας της βασιλικής διδασκαλίας για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, είναι επίσης συγγραφέας μιας διδασκαλίας που απευθυνόταν στον γιο του και στην οποία αναφέρει ότι αυτός είναι ο συγγραφέας.
Η εποχή της παρακμής. Μετά το τέλος της 12ης δυναστείας αρχίζει για την Α. μια νέα, σκοτεινή περίοδος εξασθένησης της κεντρικής εξουσίας και ξένων εισβολών. Οι Υξώς, έθνος ασιατικής προέλευσης, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Δέλτα γύρω στο 1700 π.Χ., εγκαινιάζοντας αυτήν που συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν δεύτερη ενδιάμεση περίοδο και η οποία είναι, από λογοτεχνική άποψη, περίοδος παρακμής. Μπορούμε να αναφέρουμε, για τη 13η δυναστεία, τη Στήλη του φαραώ Νεφερχοτέπ, η οποία, στο ύφος του βασιλικού διηγήματος, συνεχίζει τη βασιλική επιγραφική της 12ης δυναστείας και μετά, κατά τα τέλη της 17ης δυναστείας, τα επιγραφικά κείμενα του πολέμου απελευθέρωσης της Α. από τους Υξώς, ήρωας της οποίας υπήρξε ο βασιλιάς Άμωσις Α’ (Αχμοσέ). Τα κείμενα αυτά αποτελούνται από μια αποσπασματική στήλη του Ελ-Καρνάκ –με ένα ελλιπές αντίγραφο του κειμένου στην Πινακίδα Κάρναρβον– και από μια στήλη του Άμωσι, που βρέθηκε άθικτη στο Ελ-Καρνάκ το 1954. Το ύφος των επίσημων αυτών κειμένων είναι εκείνο του βασιλικού διηγήματος, γνήσια λογοτεχνικό, ενώ η γλώσσα έχει λαϊκά στοιχεία που προαναγγέλλουν τη νεοαιγυπτιακή.
Επιγραφική και μυθολογική λογοτεχνία του Νέου Βασιλείου. Με το Νέο Βασίλειο, η Α. ξαναβρίσκει την ισορροπία και την ανεξαρτησία της, φτάνοντας διαδοχικά στη μέγιστη πολιτική ισχύ και οικονομική ευημερία της. Από τη 18η δυναστεία χρησιμοποιούνται ως νεκρώσιμα κείμενα συλλογές τύπων γνωστές με τον τίτλο Βιβλίο των Νεκρών, γραμμένες σε κυλίνδρους παπύρου, συχνά διακοσμημένες με έγχρωμες βινιέτες, που τοποθετούνταν στους τάφους ή στη σαρκοφάγο των νεκρών. Οι μύθοι παρουσιάζουν εξέλιξη ευρύτατα αφηγηματική, όπως μπορούμε να δούμε στον Μύθο της καταστροφής της ανθρωπότητας ή σε εκείνον του Ρα που έγινε γέρος και της μάγισσας Ίσιδος.
Οι βασιλικές επιγραφές αφθονούν στο Νέο Βασίλειο. Ανάμεσα στα πολυάριθμα επίσημα κείμενα, πολύ ενδιαφέρουσα είναι η Ποιητική Στήλη, που εξυμνεί τον Τούθμωσι (Θουτμωσέ) Γ’, κατακτητή της Ασίας. Άξιες μνείας μεταξύ της επιγραφικής αφηγηματικής λογοτεχνίας, υπό τη μορφή βασιλικού διηγήματος, είναι η Στήλη της Σφίγγας, του Αμενχοτέπ Β’ και η Στήλη της Σφίγγας του Τούθμωσι Δ’, μια από τις καλύτερες επίσημες συνθέσεις, πλούσια σε αφηγηματική άνεση και ελευθερία. Το επίσημο όμως κείμενο, στο οποίο το βασιλικό διήγημα φτάνει στην υψηλότερη λογοτεχνική του αξία, είναι εκείνο που δίκαια φέρει το όνομα του ποιητικού έργου: το Ποίημα της Καντές, που χρονολογείται από την εποχή του Ραμσή Β’, στο οποίο εξυμνείται κατά επικό τρόπο η μάχη της Καντές (Κίδσα) επί του ποταμού Ορόντη, μεταξύ του αιγυπτιακού στρατού υπό την ηγεσία του Ραμσή και του συμμαχικού συνασπισμού του Χετταίου ηγεμόνα. Το τελείως επικό ύφος του ποιήματος, στο οποίο εναλλάσσονται περικοπές πεζού λόγου με άλλες που δονούνται από λυρισμό, είναι η πιο ώριμη έκφραση της ιστορικής αφηγηματικής και επιγραφικής λογοτεχνίας που έχουμε από το Νέο Βασίλειο.
Συγγενής με τις Διδασκαλίες των κειμένων σοφίας, αλλά διαφορετική, αφού μπορεί να θεωρηθεί πολιτική διδασκαλία, είναι η Καθοδήγηση του πρωθυπουργού, που ο ίδιος βασιλιάς προσωπικά αναπτύσσει στον ανώτατο αυτό αξιωματούχο του, τη στιγμή που του αναθέτει το αξίωμα, συνιστώντας του δικαιοσύνη, ισότητα, εφαρμογή των δίκαιων νόμων και προπάντων ένα υψηλό ιδεώδες κοινωνικής δικαιοσύνης, την αμεροληψία. Η Διδασκαλία του Ανίου, που χρονολογείται από το δεύτερο μισό της 18ης δυναστείας, συνιστά στον γιο ένα ιδεώδες αυτοελέγχου, σιωπής και σωφροσύνης. Στο Νέο Βασίλειο εξαιρετική επίσης ανάπτυξη σημείωσε και η θρησκευτική υμνολογία: ο Ύμνος στον Άμμωνα του παπύρου της Μπουλάκ 17, της εποχής του Αμενχοτέπ Γ’, είναι ένα θρησκευτικό και λογοτεχνικό κείμενο μεγάλης αξίας.
Για την κουλτούρα του Νέου Βασιλείου και τη δραστηριότητα στις σχολές υπάρχουν άφθονες μαρτυρίες από συλλογές προς σχολική χρήση, τα Ποικίλα, όπου ο μαθητής έβρισκε παραδείγματα επιστολών, ύμνων, προσευχών, ηθικά κείμενα, σατιρικές περιγραφές των επαγγελμάτων με έξαρση του επαγγέλματος του γραφέα. Ένα άλλο κείμενο, που γεννήθηκε στη σχολή και για τη σχολή είναι η Επιστολή του Ώρου στον Αμενεμοπέ (γνωστή και ως Πάπυρος του Αναστασίου Α΄), που περιέχει μια δηκτικά σατιρική πολεμική του σχολικού περιβάλλοντος.
Το αφηγηματικό είδος είναι πολυποίκιλο στο Νέο Βασίλειο· σε αυτό βρίσκουμε εκπροσώπους του ηθικού μύθου, με την Κρίση μεταξύ του σώματος και των μελών, που είναι το πρώτο κείμενο μυθογραφικής λογοτεχνίας στην Α. Ανάμεσα στις μυθολογικές αφηγήσεις περιλαμβάνεται Ο θρύλος της θεάς Αστάρτης και της θάλασσας. Η Έριδα μεταξύ Ώρου και Σεθ για την κληρονομιά του Όσιρη αναπτύσσει σε μια πλατιά αφήγηση τον αρχαίο μύθο του ανταγωνισμού μεταξύ του Ώρου, γιου του Όσιρη και του Σεθ, αδελφού και φονιά του Όσιρη. Η δικαιοσύνη που θριαμβεύει πάνω στην αδικία είναι το θέμα του διηγήματος Αλήθεια και ψέμα, όπου ο μύθος του Όσιρη χρησιμεύει για να δώσει αλληγορικά αφηρημένες έννοιες. Και η Διήγηση των δύο αδελφών έχει μια όψη θεμελιακά μυθολογική, αλλά αυτή ξεπερνιέται από την ανθρώπινη πλευρά των δύο αδελφών, προπάντων στο πρώτο μέρος, όπου υπάρχει αισθητή ψυχολογική αναζήτηση. Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος επικρατεί το υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο, οι μαγγανείες και οι μεταμορφώσεις. Ο Προορισμένος ηγεμόνας είναι ένα δείγμα διήγησης με στοιχεία υπερφυσικά, μυθικά, που η πλοκή του θυμίζει την Ωραία κοιμωμένη του δάσους.
Από τις διδασκαλίες της 20ής δυναστείας στην πτολεμαϊκή και δημοτική λογοτεχνία. Από τα τέλη της 20ής δυναστείας, η Α. περιέρχεται σε μια κατάσταση πολιτικής και οικονομικής αδυναμίας. Εξακολουθεί η χρήση τύπων του Βιβλίου των Νεκρών. Ο μύθος παρουσιάζει δραματικά κείμενα, όπως η Επιστροφή του Σεθ και τα δύο δράματα της Στήλης του Μέτερνιχ και μια μυθολογική διήγηση με τον τίτλο Τα θεία χρονικά (ή Οι άθλιοι του Γεμπ), που βρέθηκε χαραγμένο με ιερογλυφικά στους τοίχους ενός ναού στην Ελ-Αρίς και τώρα βρίσκεται στο Μουσείο Ισμαϊλίας.
Όσο για τα βασιλικά επιγραφικά κείμενα, τα καλύτερα δείγματα χρονολογούνται από την αιθιοπική περίοδο (25η δυναστεία, 715-663 π.Χ.): η Στήλη Πιανχί έχει ένα μακροσκελές κείμενο, στο οποίο ο Αιθίοπας βασιλιάς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο την εκστρατεία κατά την οποία υπέταξε τις μικρές δυναστείες που βασίλευαν χωριστά στην Α. Μια άλλη στήλη της αιθιοπικής περιόδου, η Στήλη του ονείρου του Τανουταμόν έχει και αυτή, αν και είναι πιο σύντομη, στομφώδες ύφος.
Η Διδασκαλία του Αμενεμοπέ είναι το μοναδικό κείμενο σοφίας της εποχής εκείνης και συντέθηκε μεταξύ 22ης και 26ης δυναστείας. Η αφηγηματική λογοτεχνία αντιπροσωπεύεται από ένα έργο σημαντικής λογοτεχνικής αξίας, το Ταξίδι του Ουναμόν, που χρονολογείται από τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ραμσή ΙΑ’. Το ανθρώπινο και ιστορικό ενδιαφέρον του Ταξιδιού μπορεί να συγκριθεί με εκείνο των Περιπετειών του Σινούχε, πλούσιο καθώς είναι σε ενδείξεις για τις σχέσεις μεταξύ Α. και Μικράς Ασίας και για τη ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο.
Για την περίοδο των Πτολεμαίων, κατά την οποία στον θρόνο των φαραώ της Α. ανήλθαν βασιλιάδες ελληνικής καταγωγής, τα κείμενα που μπορούν να αναφερθούν είναι επιγραφικά, γραμμένα με ιερογλυφικά. Ανάμεσα στα βασιλικά κείμενα περιλαμβάνονται η Στήλη του Μπεντρές, που το ύφος της είναι αφηγηματικό, με κάποια απόχρωση παραμυθιού, και προέρχεται άμεσα από το βασιλικό διήγημα του Νέου Βασιλείου. Η Βιογραφία του Πετόσιρι, χαραγμένη στους τοίχους του τάφου του Αιγύπτιου αστρολόγου Πετόσιρι, στη νεκρόπολη της Τούνα ελ-Τζέμπελ (Ελ-Ασμουνέιν), έχει πολλά ενδιαφέροντα σημεία, ιδιαίτερα τα ηθοπλαστικά και εκείνα που δείχνουν τη θρησκευτικότητα των Αιγυπτίων της εποχής εκείνης. Για το ποιητικό είδος μπορούμε να αναφέρουμε τα Άσματα προς τιμήν της θεάς της μέθης, γραμμένα στους τοίχους του ναού της θεάς Αθώρ, στη Δανδάρα.
Ιδιαίτερη θέση πρέπει να αποδοθεί στο σύνολο των λογοτεχνικών έργων που είναι γραμμένα στη δημοτική γραφή, σε μια γραφή δηλαδή αρκετά πιο γρήγορη στο γράψιμο από την ιερατική, η οποία όμως προερχόταν από την τελευταία. Η δημοτική λογοτεχνία δείχνει πως στην Α., που δεν ήταν πια ανεξάρτητη, διατηρούνταν οι παραδόσεις της καθαρά εγχώριας κουλτούρας, στην οποία αναμειγνύονταν κατά ποικίλους τρόπους ξένα στοιχεία, προπάντων ελληνικά.
Για το πολιτικό-προφητικό είδος έχουμε ένα κείμενο γνωστό ως Δημοτικό χρονικό, που αναφέρεται στην αιγυπτιακή ιστορία της 28ης-30ής δυναστείας. Ένα άλλο προφητικό κείμενο, αποσπασματικό δυστυχώς, είναι η Προφητεία του αρνιού. Μαρτυρίες για τις ηθικές διδασκαλίες στη δημοτική λογοτεχνία είναι η Διδασκαλία του Άνεχ-σεσιονκί, που γράφτηκε μεταξύ 5ου και 4ου αι. π.Χ., και η Διδασκαλία του παπύρου Ίνσινγκερ (από το όνομα του αρχικού κατόχου του παπύρου, γιατί το όνομα του συγγραφέα είναι άγνωστο), γραμμένη το αργότερο στις αρχές της πτολεμαϊκής περιόδου. Πολυάριθμα είναι τα αφηγηματικά έργα. Ανάμεσα σε αυτά πρέπει να αναφερθεί το Ο βασιλιάς Άμασις διασκεδάζει, μια διασκεδαστική απεικόνιση του φαραώ Άμασι, της 26ης δυναστείας, ως εύθυμου πότη παρά πολιτικού. Η επική ποίηση παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη σε αφηγήσεις που μπορούν να περιληφθούν στον Κύκλο Ιναρο-Πετουμπάστι, που διαδραματίζεται περίπου την εποχή της ασσυριακής κυριαρχίας στην Α., σε μια φεουδαρχική εποχή, όταν η χώρα ήταν διαιρεμένη σε αυτόνομες διοικητικές περιοχές. Με βεβαιότητα σχεδόν ανήκει στον κύκλο αυτόν και η Διήγηση της Νανεφερκασοκάρι, που διαδραματίζεται στη Βαβυλώνα. Στους πτολεμαϊκούς χρόνους ανήκει το Σατιρικό ποίημα, ένα έμμετρο έργο λογοτεχνικής πολεμικής κατά της πνευματικής ανικανότητας και της ανηθικότητας του Χορούτζα, ενός εχθρού του συγγραφέα που παραμένει άγνωστος. Το έργο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως το τελευταίο δείγμα σατιρικής φλέβας στην αρχαία αιγυπτιακή λογοτεχνία.
Η συμβολή στην κλασική αραβική λογοτεχνία. Από τον 10ο αι. μ.Χ. έως το τέλος του 18ου αι., η Α. έδωσε στην αραβική λογοτεχνία ποιητές και πεζογράφους, που η συμβολή τους έγινε πιο έντονη μετά την κατάρρευση (1055) του χαλιφάτου της Βαγδάτης και υπήρξε σημαντική κατά τους επόμενους αιώνες.
Ο Ιμπν Σανά αλ-Μουλκ (1150-1211) έδωσε ιδιαίτερη χάρη στο μουάσαχ, ένα λυρικό είδος με λαϊκή απόχρωση και ανδαλουσιανή προέλευση. Μια αναμφισβήτητη δόξα της Α. είναι ο Ομάρ ιμπν αλ-Φάριντ (1181-1235), που θεωρείται ο μεγαλύτερος μυστικιστής ποιητής στην αραβική γλώσσα. Ο χριστιανός Αλ-Μακίν (1205-1273) έγραψε ένα παγκόσμιο χρονικό με τίτλο Η ευλογημένη συλλογή, που προχωρεί με βιογραφίες από τον Αδάμ έως το έτος 1260. Διάσημος καλλιγράφος, ιστορικός και νομομαθής, ο Αν-Νουάιρι (1282-1332) έγραψε για τους γραμματείς μια τεράστια εγκυκλοπαίδεια, χωρισμένη σε πέντε τμήματα, που πραγματεύονται ιστορία, γεωγραφία, εθνογραφία, βοτανική και ζωολογία, περιλαμβάνοντας όλο το πεδίο της άνταμπ (λογοτεχνίας). Στο Κάιρο έζησε και πέθανε ο Ιμπν Χισάμ (1308-1360), συγγραφέας πολλών πραγματειών γραμματικής, σχολίων για την ποίηση και έργων θρησκευτικής πολεμικής. Ο συμπολίτης του Ιμπν αλ-Φουράτ (1334-1405) έγραψε ιστορία των δυναστειών και των βασιλέων, που φτάνει έως το 1396 και είναι σπουδαία πηγή για την περίοδο των σταυροφοριών. Ο πολυμαθής Αλ-Καλκασάντι (;-1418) έγραψε ιστορία και γενεαλογία και ασχολήθηκε με τις προϊσλαμικές αραβικές φυλές. Μεγάλη φήμη απέκτησε σε όλο τον αραβικό κόσμο ο Ας-Σουγιούτι (1445-1505), πολυγραφότατος συγγραφέας, που διακρίνεται για το κομψό ύφος του. Με μια ενδιαφέρουσα ιστορία της Μεδίνας είναι, αντίθετα, συνδεδεμένο το όνομα του Ας-Σαμχούντι, ο οποίος καταγόταν από την Άνω Α. και πέθανε στην πόλη αυτή του Προφήτη, το 1505. Μυστικιστής και ιδρυτής μιας αίρεσης που πήρε από αυτόν το όνομά της, ο Ας-Σαράνι (;-1565) έγραψε σημαντικό αριθμό θρησκευτικών έργων, μια αυτοβιογραφία και μια σειρά βιογραφιών σούφηδων. Τον 17ο αι. άκμασε ο Αλ-Χαφάγκι (1571-1659) που έγραψε σε ομοιοκατάληκτη πρόζα (μακάμα) χρήσιμες βιογραφίες λογίων της εποχής του, χωρισμένες κατά περιοχές και διάφορα άλλα θέματα.
Οι αρχές της νεότερης λογοτεχνίας. Η καθαυτή αιγυπτιακή λογοτεχνία αρχίζει το 1869, με τη βασιλεία του Ισμαήλ. Μπορούν να αναφερθούν μερικοί μεγάλοι ρήτορες και γραμματικοί και ένας παράξενος σεΐχης, ο Αμπντ ερ-Ραχμάν ελ-Καουακίμπι, που προέβλεψε τη δημιουργία ενός ενωμένου αραβικού κράτους και περιέγραψε τα δεινά της χώρας του από τις δικτατορικές κυβερνήσεις, τον μιλιταρισμό και την πορεία των δημόσιων αξιωμάτων. Από τους συγγραφείς του πρώτου μισού του 19ου αι. πρέπει να αναφέρουμε τον Γκούργκι Zαϊντάν, που δημοσίευσε μια μεγάλη σειρά ιστορικών μυθιστορημάτων. Με μεγαλύτερη λογοτεχνική ικανότητα, ο Λούτφι αλ-Μανφαλούτι (1890-1924), εκτός από τη διασκευή γαλλικών και αγγλικών μυθιστορημάτων, ασχολήθηκε με το δοκίμιο και στα έργα του αντιμετωπίζει λογοτεχνικά και κοινωνικά προβλήματα. Τον δρόμο του ακολούθησαν πολυάριθμοι άλλοι δοκιμιογράφοι, ανάμεσα στους οποίους ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον Ιμπραχίμ αλ-Κάντιρ αλ-Μαζίνι (1890-1949), λεπτό χιουμορίστα και σατιρικό συγγραφέα. Δοκιμιογράφος και λογοτεχνικός κριτικός μεγάλης πνοής είναι ο Αμπάς Μαχμούτ Ακάντ (1889-1964). Το περιεχόμενο των δοκιμίων του δείχνει μοντέρνο πνεύμα και εμφανή τάση προς την πρόοδο. Ανάμεσα στα έργα του πρέπει να αναφέρουμε τα: Κεφάλαια και Ώρες ανάμεσα στα βιβλία.
Το πρώτο μυθιστόρημα που μπορεί να θεωρηθεί σύγχρονο είναι το Zεϊνάμπ που δημοσιεύθηκε το 1914 από τον Μοχάμετ Χουσαΐν Χαϊκάλ (1888-1956). Ο Χαϊκάλ έγραψε επίσης και ένα ιστορικό μυθιστόρημα: Η ζωή του Προφήτη. Αν ο Χαϊκάλ άνοιξε το πεδίο της σύγχρονης αφηγηματικής λογοτεχνίας, το έργο των αδελφών Μουχάματ και Μαχμούτ Ταϊμούρ την οδήγησε στην πλήρη ανάπτυξή της. Ο μεγαλύτερος από τα δύο αδέλφια, ο Μουχάματ (1892-1921) προσπάθησε να αποσπαστεί από την κλασική παράδοση και να δημιουργήσει μια νέα λογοτεχνία: τα διηγήματά του (Αυτό που βλέπουν τα μάτια), εντυπώσεις και σκηνές από την καθημερινή ζωή, τα κριτικά του δοκίμια και οι κωμωδίες του είναι σύγχρονες από την άποψη της ρεαλιστικής φλέβας, της γλώσσας –που είναι η ομιλούμενη– και της οξείας παρατηρητικότητας της πραγματικότητας. Ο αδελφός του, Μαχμούτ (1894-1974), με τη μεγάλη διηγηματογραφική παραγωγή του, που είναι και η πιο επιτυχημένη (ως δραματουργός προτίμησε να στραφεί στο ιστορικό δράμα) αντλεί την έμπνευσή του από την καθημερινή ζωή, χρησιμοποιώντας με σοφία τη διάλεκτο και τη λογοτεχνική γλώσσα.
Συνδεδεμένη με την παράδοση είναι η ποίηση του Άχμετ Σάουκι (1868-1932), ενός από τους περιφημότερους ποιητές της νεότερης Α., που τα ποιήματά του φανερώνουν περισσότερο επάρκεια ως προς τη γλώσσα και το κλασικό ύφος παρά ποιητική έμπνευση. Πιο ευαίσθητος στα προβλήματα του καιρού του είναι ο Ιμπραήμ Χάφιζ (1871-1932), που προσπαθεί να παρουσιάσει με ποιητικό τρόπο τα κοινωνικά προβλήματα της Α.· γι’ αυτό και αποκλήθηκε ποιητής του λαού. Ανώτερος από τους δύο προηγούμενους είναι ο Χαλίλ Μουτράν (1870-1949), που εκφράζει αισθήματα και σκέψεις προσωπικές σε μια γλώσσα και ένα ύφος που χαρακτηρίζονται από τελειότητα. Μια από τις πιο μοντέρνες και πιο ολοκληρωμένες προσωπικότητες της αιγυπτιακής κουλτούρας είναι ο γιατρός και ποιητής Αμπού Σάντι (1892-1955), που στα λυρικά του ποιήματα καθρεφτίζει μια εξαιρετικά προσωπική και βαθιά σύλληψη της ζωής και του κόσμου. Ανάμεσα στους σύγχρονους συγγραφείς που παρουσιάζουν ποιητική παραγωγή μπορούμε να αναφέρουμε τον Μπισρ Φάρις, που στα ποιήματά του δείχνει ότι έχει επηρεαστεί από τον γαλλικό συμβολισμό και τον Μοχάμετ Ραγκάμπ αλ-Μπαγιούμι.
Η νεότερη γενιά. Για να καταλάβουμε τον ρόλο της λογοτεχνίας και των συγγραφέων στην Α. πρέπει να έχουμε υπόψη ότι σε μια χώρα όπου επικρατούσαν οι σχέσεις φεουδαρχικού τύπου και ο αναλφαβητισμός ήταν πολύ διαδεδομένος, ο διανοούμενος είχε ιδιαίτερο γόητρο. Γι’ αυτό και οι συγγραφείς βρίσκονταν επικεφαλής στον αγώνα για την ελευθερία. Ανάμεσα σε αυτούς επιβλητική είναι η μορφή του Τάχα Χουσαΐν, του συγγραφέα που τοποθετείται ασφαλώς στο κέντρο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής της νεότερης Α. Παράλληλα με αυτόν πρέπει να τοποθετηθεί ο Ταουφίκ αλ-Χάκιμ, ο μεγαλύτερος Αιγύπτιος δραματικός συγγραφέας, που έγραψε μυθιστορήματα (Η επιστροφή του πνεύματος, 1933), διηγήματα και το περίφημο Ημερολόγιο ενός δικαστή της υπαίθρου, κοινωνικό και ανθρώπινο ντοκουμέντο μεγάλης αξίας. Υπό την επίδραση του Τάχα Χουσαΐν και του Ταουφίκ αλ-Χάκιμ ιδρύθηκε μια νέα λογοτεχνική σχολή με το σύνθημα η τέχνη για τη ζωή. Ανάμεσα στους νεότερους μυθιστοριογράφους μπορούμε να αναφέρουμε τον βραβευμένο Ναγκίμπ Μαχφούζ.
Πάνω απ’ όλους όμως βρίσκεται η μορφή του συγγραφέα Αμπντ αρ-Ραχμάν ας-Σαρκάουι, που συγκέντρωσε στους στίχους του τη σοφία των λαϊκών αφηγήσεων και έδειξε τη ρωμαλέα κοινωνική τοποθέτησή του στο μυθιστόρημα Η γη (1954). Ο Ράσαντ Ρούσντι, καθηγητής της αγγλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Καΐρου, ίδρυσε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ένα ειδικό περιοδικό, το Ελ-Γκαντίντ, που δημοσίευε διηγήματα και μικρά μυθιστορήματα σε συνέχειες. Το μετεπαναστατικό, λογοτεχνικό πανόραμα της Α. χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση δύο ρευμάτων: από τη μια πλευρά το ρεαλιστικό, με κυριότερους εκπροσώπους τον Γιουσούφ Ιντρίς, τον Σούκρι Αγιάντ, τον Σαλάχ Χαφίζ, τον Αμπντ αλ-Γκαφάρ Μακάουι, τον Αμπντ αρ-Ραχμάν ας-Σαρκάουι και βεβαίως τον Ναγκίμπ Μαχφούζ, και από την άλλη το πειραματικό ρεύμα. Οι πρώτες εκδηλώσεις του πειραματικού ρεύματος βρίσκονται στο έργο του Γιουσούφ ας-Σαρούνι, ο οποίος θεωρείται ο ιδρυτής του, καθώς επίσης και στα έργα των Έντουαρντ αλ-Χαράτ, Φάτι Γκανίμ, Αμπάς Αχμάντ και Μπαντρ αρ-Ντιμπ· το έργο τους όμως αναγνωρίζεται μόνο προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, όταν είχε ήδη εμφανιστεί η νέα λογοτεχνική γενιά. Μεταξύ των πιο αντιπροσωπευτικών συγγραφέων αυτής της γενιάς (που βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με τη λογοκρισία, αλλά και με τους παλαιότερους συγγραφείς, οι οποίοι είχαν καταφέρει να μονοπωλήσουν την πολιτιστική εξουσία) είναι οι Ιμπραήμ Ασλάν, Γιαχίγια ατ-Ταχίρ Αμπντάλα, Μοχάμετ αλ-Μπουζάτι, Γκαμάλ αλ-Γκιτάνι, Ματζίντ Τουμπίγια και Ντίγια ας-Σαρπάουι. Μια ενδιαφέρουσα συνεισφορά στη σύγχρονη αιγυπτιακή λογοτεχνία προήλθε από γυναίκες συγγραφείς, όπως η Zαϊνάμπ Σαντίκ, η Σακινάχ Φουάντ και η Ναουάλ ασ-Σαντάουι, η οποία ασχολείται στα έργα της κυρίως με τις συνθήκες ζωής των γυναικών, τη νέα νοοτροπία και λειτουργία της αιγυπτιακής κοινωνίας και με την αντίθεση μεταξύ της νέας γενιάς και της προηγούμενης.Τα χαρακτικά πάνω σε βράχους και οι νεολιθικοί πολιτισμοί. Η πρώιμη τέχνη της Α. περιλαμβάνεται στο πλαίσιο των απεικονίσεων ζώων πάνω σε βράχους με μαγικό-εξιλαστήριο σκοπό, που είναι κοινές και στην τέχνη της Σαχάρας. Συνδέεται με υποτιθέμενες μετακινήσεις κυνηγών, οι οποίοι επηρεασμένοι από το γεγονός ότι η βόρεια Αφρική γινόταν βαθμιαία άγονη, περνούσαν στην κοιλάδα του Νείλου.
Η αρχαιότερη ομάδα χαρακτικών σε βράχους, που χρονολογείται από την 5η χιλιετία π.Χ., φαίνεται εμπνευσμένη από την άγρια αφρικανική πανίδα και από τις ανάγκες μιας κοινωνίας κυνηγών, για τους οποίους η χάραξη μιας εικόνας στον βράχο αποτελούσε έναν εξορκισμό, για να γίνει πιο εύκολα ο κυνηγός κύριος του θηράματος. Σε μια μεταγενέστερη φάση ανήκει η σειρά χαρακτικών με θέματα από την πανίδα του Νείλου, όπως ο ιπποπόταμος, και με κατοικίδια ζώα. Η σειρά αυτή συνδέεται με έναν ποιμενικό πολιτισμό και αντικαθρεφτίζει το πέρασμα στην καινούργια νεολιθική οικονομία και στην εποχή των μετάλλων, που βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν τα χαρακτικά του Ουάντι Χαμάματ, μεταξύ του Νείλου και της Ερυθράς θάλασσας. Τα πρόσωπα φορούν τη μεσοποταμιακή ενδυμασία και τα πλοία είναι του αραβικού προτύπου με ίσια καρίνα. Τα χαρακτικά αυτά σε βράχους δεν είναι οι μόνες εκδηλώσεις της προδυναστικής και πρωτοδυναστικής τέχνης. Η τέχνη αυτή συγκεντρώνεται επίσης σε μια σειρά νεκροπόλεων, που χρονολογούνται –όχι με βεβαιότητα– από την 5η/4η χιλιετία ή μόνο από την 4η χιλιετία π.Χ. και συμπίπτουν οπωσδήποτε με τον πιο πρόσφατο πολιτισμό των βραχογραφιών, τον ποιμενικό. Οι νεκροπόλεις βρίσκονται κυρίως στην Άνω Α. (Ελ-Μπαντάρι, Ελ-Άμρα, Νακάντα, Άβυδος, Ιεράκων Πόλη), όπου η αντίληψη του απομακρυσμένου από το κατοικημένο μέρος νεκροταφείου οδήγησε στη δημιουργία ειδικών αντικειμένων, αναθηματικής χρήσης, για να συνοδεύουν τον νεκρό: αγγεία για τροφές και ποτά, ειδώλια, πλακίδια για το ζύμωμα των καλλυντικών των ματιών. Στην Κάτω Α., αντίθετα, η νεκρόπολη, με την καλλιτεχνική οικοτεχνία με την οποία συνδέεται, εμφανίζεται αρκετά αργά (η Ελ-Γκέρζε συμπίπτει με τον δεύτερο πολιτισμό της Νακάντα), γιατί στις αρχαιότερες εποχές η συνήθεια της ταφής του νεκρού στην καλύβα που κατοικούσε δεν απαιτούσε ιδιαίτερη νεκρική διαρρύθμιση. Στις διαφορές αυτές μεταξύ Άνω και Κάτω Α. αντικατοπτρίζεται ήδη ο γεωγραφικός πολιτικός εκείνος δυαδισμός, που από τις αρχές αντέταξε η κοιλάδα του Νείλου, διαποτισμένη με νουβιακά στοιχεία, στη ζώνη του Δέλτα, πιο ευαίσθητη στα λιβυκά και ασιατικά στοιχεία. Ο δυαδισμός αυτός βλέπουμε να επηρεάζει, με διαδοχικές εναλλαγές εξουσίας μεταξύ νότου και βορρά, όλη την ιστορική περίοδο.
Πριν από τους πολιτισμούς αυτούς υπήρξε κάποια τοποθεσία καθαρά νεολιθική, όπως η Τάσα (κοντά στην Ελ-Μπαντάρι), όπου εμφανίζονται αγγεία με γεωμετρικά χαρακτικά και με λευκά ενθέματα, που διαδόθηκαν στη συνέχεια και σε άλλα αιγυπτιακά και νουβιακά κέντρα, ή η Μερίμντε στην Κάτω Α., που τα λεία αγγεία της, ερυθρόμορφα ή μελανόμορφα, έχουν μοτίβα με στιγμές ή αγκάθια ψαριού. Στην κουλτούρα της Νακάντα Ι ή της Άμρα, τα αγγεία κατασκευάζονται από το χώμα του Νείλου, αλλά είναι επενδεδυμένα με ένα θαμπό κόκκινο και ζωγραφισμένα με μοτίβα γεμισμένα με ένα λευκό δικτυωτό, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν τρίγωνα, αστέρια, ζώα (ιδίως ιπποπόταμοι) και ανθρώπινες μορφές: ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει ένας τύπος ανθρώπου που χορεύει με υψωμένα χέρια.
Ο ζωγραφισμένος τάφος της Ιεράκων Πόλης, προδυναστικός ή πρωτοδυναστικός (λείψανα βρίσκονται στο Μουσείο του Καΐρου), που φαίνεται να εγκαινιάζει τον τύπο του ιστορημένου τάφου με σκηνές αντικατάστασης της ζωής, έχει τα συνηθισμένα μοτίβα των πλοίων του Νείλου και του κυνηγιού, κόκκινα πάνω σε κίτρινο φόντο. Εμφανίζεται όμως επίσης και η μεσοποταμιακή μορφή του ανθρώπου ανάμεσα σε δύο εραλδικά λιοντάρια και η τυπική αιγυπτιακή, του νικητή που σκοτώνει τους αιχμαλώτους με το ρόπαλο. Η Ιεράκων Πόλη ακολουθεί πια την τέχνη αυτή που προηγήθηκε των δύο πρώτων θινιτικών δυναστειών, της οποίας η λαμπρότερη μαρτυρία είναι τα ανάγλυφα στις λαβές μαχαιριών από ελεφαντόδοντο, σε κεφαλές ροπάλων από πέτρα ή ελεφαντόδοντο, σε πλακίδια για καλλυντικά από σχιστόλιθο, με κοίλωμα στο κέντρο για το ζύμωμα των καλλυντικών. Τα μοτίβα που απεικονίζονται είναι σκηνές κυνηγίου, εραλδικά ζώα, που μερικές φορές πλαισιώνουν τις παρυφές δίνοντας στο πλακίδιο το ίδιο το σχήμα του ζώου, και μάχες, με σκηνές κατανεμημένες τμηματικά. Στη λαβή του μαχαιριού του Τζέμπελ ελ-Αράκ (Μουσείο του Λούβρου), η μία από τις πλευρές απεικονίζει μάχη σε διάφορες λωρίδες, και η άλλη μια σκηνή κυνηγιού, στο επάνω μέρος της οποίας υπάρχει ένας θηριοδαμαστής εραλδικού λιονταριού.
Η θινιτική τέχνη της αρχαίας Α. Μετά την ενοποίηση της Α., που έγινε γύρω στο 3200 π.Χ. από τον βασιλιά Μήνη, η αιγυπτιακή τέχνη άρχισε να εδραιώνει τα δικά της ουσιαστικά στοιχεία κατά τη λεγόμενη θινιτική περίοδο και αναπτύχθηκε εξ ολοκλήρου στις τρεις φάσεις του Αρχαίου, Μέσου και Νέου Βασιλείου, που αντιστοιχούν σε άλλες τόσες συγκεντρώσεις της εξουσίας: με την 4η-6η μεμφιτική δυναστεία (περ. 2723 – περ. 2250 π.Χ.), με την 11η-12η θηβαϊκή δυναστεία (περ. 2060 – περ. 1785 π.Χ.) και με τη 18η-20ή δυναστεία πάλι στις Θήβες (1580-1085 π.Χ.). Και στις φάσεις αυτές οι έννοιες της εξουσίας, της διάρκειας, της ενσαρκωμένης στην τέχνη ζωής βρίσκουν την καλύτερη έκφρασή τους.
Η θινιτική τέχνη συνδέεται με τις δύο πρώτες δυναστείες της Άνω Α.: ο γενάρχης τους Μήνης, που ενοποίησε τη χώρα, ίδρυσε στην Κάτω Α. τη νέα πόλη της Μέμφιδος, που έμελλε να γίνει πρωτεύουσα με την 3η δυναστεία. Εκείνη ακριβώς την εποχή διαγράφονται οι πρώτες κατεξοχήν αιγυπτιακές εκδηλώσεις της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και των αναγλύφων, που είχαν τώρα πια αποδεσμευτεί από μερικές μεσοποταμιακές, λιβυκές και νουβιακές επιδράσεις, οι οποίες είχαν διαποτίσει τις προδυναστικές εκδηλώσεις. Οι τάφοι των Θινιτών βασιλιάδων βρίσκονται στην Άβυδο. Αλλά ως ηγεμόνες των δύο χωρών, οι πρώτοι φαραώ είχαν και δεύτερο τάφο κοντά στη Μέμφιδα, που φαίνεται να είχαν πράγματι ταφεί εκεί.
Οι τάφοι της Αβύδου αποτελούνται από μια ταφική τάφρο επενδεδυμένη με τούβλα ή πέτρες, συχνά με διακοσμήσεις ζωγραφισμένων σανίδων που έχει γύρω άλλους νεκρικούς χώρους για τα μέλη της οικογένειας. Ο τάφος σκεπαζόταν με έναν τύμβο από άμμο μέσα στο περιτείχισμα των τούβλων, ενώ στην είσοδο υπήρχαν γλυπτές στήλες. Οι τάφοι, που ονομάζονται νακάντα από τον καλύτερα διατηρημένο από αυτούς (στη Νακάντα), αλλά οι οποίοι στην πραγματικότητα βρίσκονται στην Κάτω Α., είναι παραλληλεπίπεδοι πάνω στο χώμα, με εξωτερικούς τοίχους που έχουν προεξοχές και εσοχές οι οποίες απομιμούνται τα εξωτερικά των μεμφιτικών ανακτόρων, και στο εσωτερικό μια σειρά από πέντε δωμάτια, από τα οποία το μεσαίο είναι ο τάφος του νεκρού.
Κοντά στους βασιλικούς αυτούς τάφους εμφανίζεται και ο τάφος των ευγενών, που λέγεται μασταμπάς (μαστάμπα = πάγκος), σε σχήμα παραλληλεπιπέδου από τούβλο με επικλινή τοιχώματα προς το εσωτερικό και επίπεδη κάλυψη. Αρχικά ο μασταμπάς χρησίμευε απλώς για να καλύπτει την ταφική κρύπτη, ενώ το ταφικό παρεκκλήσιο περιοριζόταν σε μια κόγχη με κρυφή πόρτα στην εξωτερική ανατολική πλευρά. Στη συνέχεια, στο εσωτερικό ήρθαν στο φως χώροι για το ιερό και για τη σερντάπ (αίθουσα των αγαλμάτων). Ο μασταμπάς προσέφερε σπουδαίο στοιχείο στη μελλοντική αρχιτεκτονική, γιατί με την επάλληλη τοποθέτηση πολλών μασταμπάδων έμελλε να γεννηθεί η ιδέα της πυραμίδας.
Στον τομέα των πλαστικών τεχνών, η θινιτική περίοδος αρχίζει με την Πινακίδα του Ναρ-Μερ (Ναρμέρ ή Μήνη): ανάλογη απεικόνιση του βασιλιά που καταβάλλει τον εχθρό του είναι εκείνη της Σεμερκέτ (1η δυναστεία), σκαλισμένη σε έναν βράχο του Σινά. Από τους βασιλικούς τάφους της Αβύδου και από μερικούς ιδιωτικούς τάφους προέρχονται πέτρινες στήλες με το ιερογλυφικό γράμμα του νεκρού. Το αριστούργημα της περιόδου αυτής είναι η λεγόμενη Στήλη του βασιλιά Φιδιού από την Άβυδο, που ανήκει στον βασιλιά Γκετ της 1ης δυναστείας, ο οποίος απεικονίζεται με το ιερογλυφικό γράμμα του φιδιού και του γερακιού, συμβόλου του θεού Ώρου, που το όνομά του αποτελούσε μέρος των ονομάτων των φαραώ.
Τα αγάλματα μεγάλων διαστάσεων περιλαμβάνουν γλυπτά ζώων ισορροπημένης πλαστικής προβολής, ενώ τα λίγα αγάλματα βασιλιάδων ή θεοτήτων είναι ακόμα χονδροειδή και δεν έχουν σωστές αναλογίες. Στις ελάσσονες τέχνες αξιόλογα είναι τα αγγεία από σκληρή πέτρα.
Η τέχνη του Αρχαίου Βασιλείου. Ο ιδρυτής της 3ης δυναστείας Zοσέρ (περ. 2778 – περ. 2723 π.Χ.) υπήρξε ο μεγάλος εμπνευστής της νέας μεμφιτικής αρχιτεκτονικής. Στο ταφικό συγκρότημα που θέλησε να ανεγείρει για τον εαυτό του στη Σακάρα, με τον μεγαλοφυή αρχιτέκτονα Ιμχοτέπ, συγκεντρώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα μνημεία –τις πιο πολλές φορές ψεύτικα, χωρίς πρακτική αξία οικοδομήματα– οι διάφοροι αναγκαίοι χώροι για τη διαμονή του μετά θάνατον με σαφή αναφορά στο ανάκτορο όπου ζούσε: το σύνολο περικλείεται σε ένα μεγάλο ορθογώνιο περίβολο, με εξωτερικό που παρουσιάζει προεξοχές και εσοχές. Για πρώτη φορά στην ιστορία της αρχιτεκτονικής χρησιμοποιήθηκε υλικό που δεν καταστρέφεται: η πέτρα. Για τον καθαυτό τάφο του, ο φαραώ επέλεξε μια μαθηματική υπερβολή του τάφου των ευγενών, τον μασταμπά. Από την υπερβολή αυτή, δηλαδή την επάλληλη τοποθέτηση έξι μασταμπάδων που περιορίζονταν καθ’ ύψος, γεννήθηκε η αιγυπτιακή πυραμίδα (βλ. λ. πυραμίδες). Η τεχνική της κατασκευής της είναι με μικρά κομμάτια πέτρας, σαν να δυσκολευόταν ο αρχιτέκτονας να αποσπαστεί από τη γοητεία του έργου με τούβλα.
Η μεμφιτική αρχιτεκτονική της 5ης δυναστείας διαμορφώνεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Με τον τύπο πυραμίδας με συνεχή λεία επιφάνεια, που σκιαγραφείται ήδη στις πυραμίδες της Νταχσούρ και της Μεϊντούμ και τελειοποιημένο στις τρεις μεγάλες πυραμίδες της Γκίζας κοντά στη Μέμφιδα, των φαραώ Χέοπα, Χεφρήνα και Μυκερίνου εδραιώνονται η γεωμετρική καθαρότητα της μαθηματικής σχέσης.
Μέρος του συγκροτήματος αυτού αποτελούν ο Ναός της Κοιλάδας, για την πρώτη διαμονή του νεκρού, και πιο ψηλά, συνδεδεμένος με αυτόν με έναν σκεπαστό διάδρομο, ο καθαυτό ταφικός ναός ανατολικά της πυραμίδας, που τον αποτελούσε ένας πρόδομος, μία ή περισσότερες υπόστυλες αίθουσες, με αυστηρά τετραγωνισμένα υποστυλώματα, η αυλή των αγαλμάτων και το ιερό στο βάθος. Η δομή και η διάταξη των μνημείων, η εφευρετική ιδιοφυΐα στην ποικιλία των κιόνων και των υποστυλωμάτων, με όχι πραγματικά στηρικτική λειτουργία (υποστύλωμα με δέσμη βούρλων, αυλακωτοί κίονες με φυτικά κιονόκρανα, κιονόκρανα με κάλυκα παπύρου ανοιχτό ή κλειστό, πρωτοδωρικοί κίονες χωρίς κιονόκρανο) φανερώνουν ότι το συγκρότημα του Zοσέρ πραγματοποιεί κατά μνημειακό τρόπο τις επιδιώξεις του ζωτικού νατουραλισμού όλης της προηγούμενης εποχής. Σαν φρουρός των πυραμίδων, κοντά στον ταφικό ναό της πυραμίδας του Χεφρήνα, στέκει η Μεγάλη Σφίγγα, που συγκεκριμενοποιεί την ανατολική αντίληψη του προστατευτικού πνεύματος, το οποίο ισχυροποιείται από τη συνένωση διαφόρων όντων: κεφάλι ανθρώπου, σώμα ταύρου, πόδια λιονταριού. Στα ταφικά αγάλματα και στα σπάνια αγάλματα θεών του Αρχαίου Βασιλείου αρχίζει να γίνεται φανερή η προσπάθεια να φτάσουν, μέσω των γεωμετρικών σχέσεων των όγκων, στην επεξεργασία ενός κανόνα αναλογιών. Μια αυστηρότητα που πλησιάζει το θείο χαρακτηρίζει τα αγάλματα στον θρόνο των φαραώ Zοσέρ και Χεφρήνα (Μουσείο Καΐρου). Στα αγάλματα όμως των αξιωματούχων που δεσμεύονταν λιγότερο από τις αυλικές απαιτήσεις, δημιουργείται μέσω των ίδιων νόμων γεωμετρικής μετάθεσης των πλαστικών στοιχείων μια πιο φανερή εκφραστική ζωηρότητα: είναι το στιλ των περίφημων αγαλμάτων της 4ης δυναστείας, που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Καΐρου και παριστάνουν τον Ραχοτέπ και τη γυναίκα του Νοφρέ, από τον τάφο τους στη Μεϊντούμ και τον λεγόμενο Σεΐχη του χωριού (τον τελετάρχη Κάαπερ). Η ζωηρότητα αυτή τονίζεται στους δύο γραμματείς της 5ης δυναστείας (Μουσεία Καΐρου και Λούβρου), ενώ από την 6η δυναστεία, τα αγάλματα δείχνουν μια εξέλιξη προς τον κομψό ιδεαλισμό, με κεφάλια πιο μικρά και μορφές λεπτές και στεγνές.
Οι τοίχοι των ταφικών ναών –ιδιαίτερα κατά μήκος των στεγασμένων διαδρόμων– και των τάφων καλύπτονται από πολύχρωμες εξώγλυφες, εσώγλυφες και ζωγραφικές διακοσμήσεις. Η ζωγραφική χρησιμοποιήθηκε στους τοίχους από τούβλα, τα ανάγλυφα σε τοίχους από ασβεστόλιθο. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά δείγματα του Αρχαίου Βασιλείου είναι τα ξύλινα ανάγλυφα με την εκλεπτυσμένη αρμονία του μασταμπά της Χεσίρε (3η δυναστεία, Μουσείο Καΐρου) και εκείνα σε ασβεστόλιθο, αρκετά πιο ζωηρά, των τάφων της Μεϊντούμ (4η δυναστεία), όπου εμφανίζεται επίσης η παράξενη τεχνική των στοιχείων που είναι σκαλισμένα στον ασβεστόλιθο και γεμισμένα από χρωματιστές πάστες (τάφος Νεφερμαέτ). Η κατεξοχήν ζωγραφική θριαμβεύει στις περίφημες Χήνες που βρίσκονται τώρα στο Μουσείο του Καΐρου. Η ισορροπία ανάμεσα στην απεικόνιση και στην καθαρή γεωμετρική κατανομή αρχίζει να χάνεται με την 6η δυναστεία όταν τα στοιχεία και το χρώμα γίνονται στο έπακρο πυκνά.
Η τέχνη του Μέσου Βασιλείου. Η μεγάλη κρίση που ταλαιπώρησε την Α. στα τέλη της 6ης δυναστείας, με την κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας και του μύθου του βασιλιά-θεού και με τον κατακερματισμό της εξουσίας σε μικρά τοπικά τιμάρια, επέδρασε και στην αρχιτεκτονική της πρώτης ενδιάμεσης περιόδου (περ. 2250 – περ. 2060 π.Χ.). Αυτοί που δίνουν παραγγελίες είναι οι διάφοροι ηγεμόνες της Άνω Α., όπου λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους άρχισε η παράδοση των τάφων σε βράχους, που αναπτύχθηκαν στο Μέσο Βασίλειο, με διάφορους εσωτερικούς χώρους.
Η ενοποίηση της Α., που πραγματοποιήθηκε κατά το 2060 π.Χ. από την 11η θηβαϊκή δυναστεία των φαραώ Μεντουχοτέπ, έδωσε νέα ώθηση στις μεγάλες βασιλικές κατασκευές, που λαμπρό δείγμα τους ήταν ο κατεστραμμένος ταφικός ναός των Μεντουχοτέπ Α’ και Γ’ στην Ντέιρ ελ-Μπάχρι: αυτό συνέδεε την πυραμίδα με το υπόγειο στον βράχο, μέσω ενός συγκροτήματος από θολωτές αναβαθμίδες με υπόστυλη αίθουσα που ως επιστέγασμα είχε πυραμίδα, πίσω από την οποία μια αυλή με στοές αποτελούσε την είσοδο προς τους σκαμμένους στον βράχο χώρους, κυριότερος από τους οποίους ήταν το ιερό. Οι πυραμίδες της πρωτεύουσας, που η 12η δυναστεία μετέφερε και πάλι στην Κάτω Α., στα νότια της Μέμφιδος, έχουν μέτριες διαστάσεις, κατασκευασμένες με τούβλα περισσότερο παρά με ανθεκτική πέτρα, που περιοριζόταν στο πυραμίδιον από γρανίτη, το οποίο υψωνόταν στην κορυφή. Σχετικά με τη θεία λατρεία διατηρούνται από τη 12η δυναστεία ο ναΐσκος του Αμενεμχέτ Γ’ στη Μεντίνετ Μάντι της Φαγιούμ, και το περίπτερο του Σέσωστρι Α’ στο Καρνάκ (όπου ανασυγκροτήθηκε από τον Σεβριέ), που στηρίζεται σε εξέδρα περιβαλλόμενη από υποστυλώματα συνδεδεμένα με χαμηλή τοιχοποιία.
Παρά τα λίγα αυτά δείγματα, διάφορα ίχνη φανερώνουν ότι ακριβώς στο Μέσο Βασίλειο προετοιμάστηκαν τα θαυμάσια πρότυπα των ναών του Νέου Βασιλείου, με τα τυπικά τους στοιχεία, όπως η λεωφόρος προσπέλασης που προστατευόταν από σφίγγες ή θεία ζώα, οι δύο οβελίσκοι μπροστά στην είσοδο, η αυλή με στοές, τα οσιρικά υποστυλώματα, που στήριζαν τα κολοσσιαία αγάλματα των βασιλιάδων υπό τη μορφή του Όσιρη, και τα κιόσκια και οι ναΐσκοι για τις πομπές.
Οι τάφοι και οι ναοί του Νέου Βασιλείου στην Κοιλάδα των Βασιλιάδων στο Καρνάκ και στο Λούξορ. Η δεύτερη ενδιάμεση περίοδος (13η-17η δυναστεία, περ. 1785 – περ. 1580 π.Χ.) είναι μια από τις πιο ταραγμένες της αιγυπτιακής ιστορίας, ιδιαίτερα λόγω της εμφάνισης κατά το 1730 π.Χ. των Ασιατών εισβολέων Υξώς, που συμβατικά είναι γνωστοί ως ποιμένες βασιλείς, και οι οποίοι αποτέλεσαν τη 15η και τη 16η δυναστεία. Οι νέοι φαραώ, που πρωτεύουσά τους ήταν οι Θήβες, ενίσχυσαν το τοπικό πρότυπο του ναού σε βράχο, που έγινε ένα πολυτελές και περίπλοκο νεκρικό διαμέρισμα, με διαδρόμους, σκάλες, αίθουσες με στοές, πηγάδια και διόδους έως την κρύπτη: είναι οι περίφημοι τάφοι της Κοιλάδας των Βασιλιάδων και της Κοιλάδας των Βασιλισσών, μπροστά στις Θήβες.
Ανάμεσα στους ναούς περιφημότεροι είναι εκείνοι της Αβύδου και οι θηβαϊκοί ναοί στη δεξιά όχθη του Νείλου, στα δύο προάστια Καρνάκ και Λούξορ. Στο Καρνάκ ο πιο ενιαίος είναι εκείνος του Χονσού, ενώ ο μεγάλος ναός του Άμμωνα, με το περίπλοκο σχέδιο των δέκα στύλων, των πολλών προδόμων του και των υπόστυλων αιθουσών, φανερώνει τις διαδοχικές επεξεργασίες και προσθήκες από τη 18η και τη 19η δυναστεία έως την 20ή. Ο ναός του Άμμωνα στο Λούξορ, που η ανέγερσή του άρχισε από τον Αμενχοτέπ Γ’, ο οποίος κατασκεύασε τη στοά, την υπόστυλη αίθουσα και τον πρόδομο, αποπερατώθηκε από τον Ραμσή Β’ τον Μεγάλο, που προσέθεσε νέα αυλή με περιστύλιο, τον πυλώνα και τους δύο περίφημους οβελίσκους, ο ένας από τους οποίους βρίσκεται στο Παρίσι. Η τάση να κατασκευάζονται ναοί σε βράχους, που προήλθε από τις νουβιανές κατακτήσεις, βρίσκει τη μεγαλύτερη έκφρασή της στους δύο ναούς του Ραμσή του Μεγάλου και της Νεφερτίτης, στο Αμπού Σίμπελ: οι προσόψεις έχουν κολοσσούς που απεικονίζουν τον βασιλιά και χρησιμοποιούνται ως μνημειακοί πυλώνες. Ανάμεσα τους ταφικούς ναούς ο πιο εντυπωσιακός είναι ο ημιβραχώδης της βασίλισσας Χατσεψούτ στην Ντέιρ ελ-Μπάχρι (18η δυναστεία), που αποτελείται από τρία επίπεδα αναβαθμίδων με στοές, με υποστυλώματα σε πολυγωνικά σχήματα και από ένα εσωτερικό ιερό με ναΐσκους σκαμμένους στον βράχο.
Από τον ταφικό ναό του Αμενχοτέπ Γ’ (18η δυναστεία), στους πρόποδες της Κοιλάδας των Βασιλιάδων σώζονται τα δύο κολοσσιαία αγάλματα της εισόδου, οι λεγόμενοι Κολοσσοί του Μέμνωνος. Στη ζώνη αυτή, υπερφορτωμένους ρυθμούς παρουσιάζουν οι ταφικοί τύμβοι των Ραμσή, ανάμεσα Τα χαρακτικά πάνω σε βράχους και οι νεολιθικοί πολιτισμοί. Η πρώιμη τέχνη της Α. περιλαμβάνεται στο πλαίσιο των απεικονίσεων ζώων πάνω σε βράχους με μαγικό-εξιλαστήριο σκοπό, που είναι κοινές και στην τέχνη της Σαχάρας. Συνδέεται με υποτιθέμενες μετακινήσεις κυνηγών, οι οποίοι επηρεασμένοι από το γεγονός ότι η βόρεια Αφρική γινόταν βαθμιαία άγονη, περνούσαν στην κοιλάδα του Νείλου.
Η αρχαιότερη ομάδα χαρακτικών σε βράχους, που χρονολογείται από την 5η χιλιετία π.Χ., φαίνεται εμπνευσμένη από την άγρια αφρικανική πανίδα και από τις ανάγκες μιας κοινωνίας κυνηγών, για τους οποίους η χάραξη μιας εικόνας στον βράχο αποτελούσε έναν εξορκισμό, για να γίνει πιο εύκολα ο κυνηγός κύριος του θηράματος. Σε μια μεταγενέστερη φάση ανήκει η σειρά χαρακτικών με θέματα από την πανίδα του Νείλου, όπως ο ιπποπόταμος, και με κατοικίδια ζώα. Η σειρά αυτή συνδέεται με έναν ποιμενικό πολιτισμό και αντικαθρεφτίζει το πέρασμα στην καινούργια νεολιθική οικονομία και στην εποχή των μετάλλων, που βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν τα χαρακτικά του Ουάντι Χαμάματ, μεταξύ του Νείλου και της Ερυθράς θάλασσας. Τα πρόσωπα φορούν τη μεσοποταμιακή ενδυμασία και τα πλοία είναι του αραβικού προτύπου με ίσια καρίνα. Τα χαρακτικά αυτά σε βράχους δεν είναι οι μόνες εκδηλώσεις της προδυναστικής και πρωτοδυναστικής τέχνης. Η τέχνη αυτή συγκεντρώνεται επίσης σε μια σειρά νεκροπόλεων, που χρονολογούνται –όχι με βεβαιότητα– από την 5η/4η χιλιετία ή μόνο από την 4η χιλιετία π.Χ. και συμπίπτουν οπωσδήποτε με τον πιο πρόσφατο πολιτισμό των βραχογραφιών, τον ποιμενικό. Οι νεκροπόλεις βρίσκονται κυρίως στην Άνω Α. (Ελ-Μπαντάρι, Ελ-Άμρα, Νακάντα, Άβυδος, Ιεράκων Πόλη), όπου η αντίληψη του απομακρυσμένου από το κατοικημένο μέρος νεκροταφείου οδήγησε στη δημιουργία ειδικών αντικειμένων, αναθηματικής χρήσης, για να συνοδεύουν τον νεκρό: αγγεία για τροφές και ποτά, ειδώλια, πλακίδια για το ζύμωμα των καλλυντικών των ματιών. Στην Κάτω Α., αντίθετα, η νεκρόπολη, με την καλλιτεχνική οικοτεχνία με την οποία συνδέεται, εμφανίζεται αρκετά αργά (η Ελ-Γκέρζε συμπίπτει με τον δεύτερο πολιτισμό της Νακάντα), γιατί στις αρχαιότερες εποχές η συνήθεια της ταφής του νεκρού στην καλύβα που κατοικούσε δεν απαιτούσε ιδιαίτερη νεκρική διαρρύθμιση. Στις διαφορές αυτές μεταξύ Άνω και Κάτω Α. αντικατοπτρίζεται ήδη ο γεωγραφικός πολιτικός εκείνος δυαδισμός, που από τις αρχές αντέταξε η κοιλάδα του Νείλου, διαποτισμένη με νουβιακά στοιχεία, στη ζώνη του Δέλτα, πιο ευαίσθητη στα λιβυκά και ασιατικά στοιχεία. Ο δυαδισμός αυτός βλέπουμε να επηρεάζει, με διαδοχικές εναλλαγές εξουσίας μεταξύ νότου και βορρά, όλη την ιστορική περίοδο.
Πριν από τους πολιτισμούς αυτούς υπήρξε κάποια τοποθεσία καθαρά νεολιθική, όπως η Τάσα (κοντά στην Ελ-Μπαντάρι), όπου εμφανίζονται αγγεία με γεωμετρικά χαρακτικά και με λευκά ενθέματα, που διαδόθηκαν στη συνέχεια και σε άλλα αιγυπτιακά και νουβιακά κέντρα, ή η Μερίμντε στην Κάτω Α., που τα λεία αγγεία της, ερυθρόμορφα ή μελανόμορφα, έχουν μοτίβα με στιγμές ή αγκάθια ψαριού. Στην κουλτούρα της Νακάντα Ι ή της Άμρα, τα αγγεία κατασκευάζονται από το χώμα του Νείλου, αλλά είναι επενδεδυμένα με ένα θαμπό κόκκινο και ζωγραφισμένα με μοτίβα γεμισμένα με ένα λευκό δικτυωτό, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν τρίγωνα, αστέρια, ζώα (ιδίως ιπποπόταμοι) και ανθρώπινες μορφές: ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει ένας τύπος ανθρώπου που χορεύει με υψωμένα χέρια.
Ο ζωγραφισμένος τάφος της Ιεράκων Πόλης, προδυναστικός ή πρωτοδυναστικός (λείψανα βρίσκονται στο Μουσείο του Καΐρου), που φαίνεται να εγκαινιάζει τον τύπο του ιστορημένου τάφου με σκηνές αντικατάστασης της ζωής, έχει τα συνηθισμένα μοτίβα των πλοίων του Νείλου και του κυνηγιού, κόκκινα πάνω σε κίτρινο φόντο. Εμφανίζεται όμως επίσης και η μεσοποταμιακή μορφή του ανθρώπου ανάμεσα σε δύο εραλδικά λιοντάρια και η τυπική αιγυπτιακή, του νικητή που σκοτώνει τους αιχμαλώτους με το ρόπαλο. Η Ιεράκων Πόλη ακολουθεί πια την τέχνη αυτή που προηγήθηκε των δύο πρώτων θινιτικών δυναστειών, της οποίας η λαμπρότερη μαρτυρία είναι τα ανάγλυφα στις λαβές μαχαιριών από ελεφαντόδοντο, σε κεφαλές ροπάλων από πέτρα ή ελεφαντόδοντο, σε πλακίδια για καλλυντικά από σχιστόλιθο, με κοίλωμα στο κέντρο για το ζύμωμα των καλλυντικών. Τα μοτίβα που απεικονίζονται είναι σκηνές κυνηγίου, εραλδικά ζώα, που μερικές φορές πλαισιώνουν τις παρυφές δίνοντας στο πλακίδιο το ίδιο το σχήμα του ζώου, και μάχες, με σκηνές κατανεμημένες τμηματικά. Στη λαβή του μαχαιριού του Τζέμπελ ελ-Αράκ (Μουσείο του Λούβρου), η μία από τις πλευρές απεικονίζει μάχη σε διάφορες λωρίδες, και η άλλη μια σκηνή κυνηγιού, στο επάνω μέρος της οποίας υπάρχει ένας θηριοδαμαστής εραλδικού λιονταριού.
Η θινιτική τέχνη της αρχαίας Α. Μετά την ενοποίηση της Α., που έγινε γύρω στο 3200 π.Χ. από τον βασιλιά Μήνη, η αιγυπτιακή τέχνη άρχισε να εδραιώνει τα δικά της ουσιαστικά στοιχεία κατά τη λεγόμενη θινιτική περίοδο και αναπτύχθηκε εξ ολοκλήρου στις τρεις φάσεις του Αρχαίου, Μέσου και Νέου Βασιλείου, που αντιστοιχούν σε άλλες τόσες συγκεντρώσεις της εξουσίας: με την 4η-6η μεμφιτική δυναστεία (περ. 2723 – περ. 2250 π.Χ.), με την 11η-12η θηβαϊκή δυναστεία (περ. 2060 – περ. 1785 π.Χ.) και με τη 18η-20ή δυναστεία πάλι στις Θήβες (1580-1085 π.Χ.). Και στις φάσεις αυτές οι έννοιες της εξουσίας, της διάρκειας, της ενσαρκωμένης στην τέχνη ζωής βρίσκουν την καλύτερη έκφρασή τους.
Η θινιτική τέχνη συνδέεται με τις δύο πρώτες δυναστείες της Άνω Α.: ο γενάρχης τους Μήνης, που ενοποίησε τη χώρα, ίδρυσε στην Κάτω Α. τη νέα πόλη της Μέμφιδος, που έμελλε να γίνει πρωτεύουσα με την 3η δυναστεία. Εκείνη ακριβώς την εποχή διαγράφονται οι πρώτες κατεξοχήν αιγυπτιακές εκδηλώσεις της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και των αναγλύφων, που είχαν τώρα πια αποδεσμευτεί από μερικές μεσοποταμιακές, λιβυκές και νουβιακές επιδράσεις, οι οποίες είχαν διαποτίσει τις προδυναστικές εκδηλώσεις. Οι τάφοι των Θινιτών βασιλιάδων βρίσκονται στην Άβυδο. Αλλά ως ηγεμόνες των δύο χωρών, οι πρώτοι φαραώ είχαν και δεύτερο τάφο κοντά στη Μέμφιδα, που φαίνεται να είχαν πράγματι ταφεί εκεί.
Οι τάφοι της Αβύδου αποτελούνται από μια ταφική τάφρο επενδεδυμένη με τούβλα ή πέτρες, συχνά με διακοσμήσεις ζωγραφισμένων σανίδων που έχει γύρω άλλους νεκρικούς χώρους για τα μέλη της οικογένειας. Ο τάφος σκεπαζόταν με έναν τύμβο από άμμο μέσα στο περιτείχισμα των τούβλων, ενώ στην είσοδο υπήρχαν γλυπτές στήλες. Οι τάφοι, που ονομάζονται νακάντα από τον καλύτερα διατηρημένο από αυτούς (στη Νακάντα), αλλά οι οποίοι στην πραγματικότητα βρίσκονται στην Κάτω Α., είναι παραλληλεπίπεδοι πάνω στο χώμα, με εξωτερικούς τοίχους που έχουν προεξοχές και εσοχές οι οποίες απομιμούνται τα εξωτερικά των μεμφιτικών ανακτόρων, και στο εσωτερικό μια σειρά από πέντε δωμάτια, από τα οποία το μεσαίο είναι ο τάφος του νεκρού.
Κοντά στους βασιλικούς αυτούς τάφους εμφανίζεται και ο τάφος των ευγενών, που λέγεται μασταμπάς (μαστάμπα = πάγκος), σε σχήμα παραλληλεπιπέδου από τούβλο με επικλινή τοιχώματα προς το εσωτερικό και επίπεδη κάλυψη. Αρχικά ο μασταμπάς χρησίμευε απλώς για να καλύπτει την ταφική κρύπτη, ενώ το ταφικό παρεκκλήσιο περιοριζόταν σε μια κόγχη με κρυφή πόρτα στην εξωτερική ανατολική πλευρά. Στη συνέχεια, στο εσωτερικό ήρθαν στο φως χώροι για το ιερό και για τη σερντάπ (αίθουσα των αγαλμάτων). Ο μασταμπάς προσέφερε σπουδαίο στοιχείο στη μελλοντική αρχιτεκτονική, γιατί με την επάλληλη τοποθέτηση πολλών μασταμπάδων έμελλε να γεννηθεί η ιδέα της πυραμίδας.
Στον τομέα των πλαστικών τεχνών, η θινιτική περίοδος αρχίζει με την Πινακίδα του Ναρ-Μερ (Ναρμέρ ή Μήνη): ανάλογη απεικόνιση του βασιλιά που καταβάλλει τον εχθρό του είναι εκείνη της Σεμερκέτ (1η δυναστεία), σκαλισμένη σε έναν βράχο του Σινά. Από τους βασιλικούς τάφους της Αβύδου και από μερικούς ιδιωτικούς τάφους προέρχονται πέτρινες στήλες με το ιερογλυφικό γράμμα του νεκρού. Το αριστούργημα της περιόδου αυτής είναι η λεγόμενη Στήλη του βασιλιά Φιδιού από την Άβυδο, που ανήκει στον βασιλιά Γκετ της 1ης δυναστείας, ο οποίος απεικονίζεται με το ιερογλυφικό γράμμα του φιδιού και του γερακιού, συμβόλου του θεού Ώρου, που το όνομά του αποτελούσε μέρος των ονομάτων των φαραώ.
Τα αγάλματα μεγάλων διαστάσεων περιλαμβάνουν γλυπτά ζώων ισορροπημένης πλαστικής προβολής, ενώ τα λίγα αγάλματα βασιλιάδων ή θεοτήτων είναι ακόμα χονδροειδή και δεν έχουν σωστές αναλογίες. Στις ελάσσονες τέχνες αξιόλογα είναι τα αγγεία από σκληρή πέτρα.
Η τέχνη του Αρχαίου Βασιλείου. Ο ιδρυτής της 3ης δυναστείας Zοσέρ (περ. 2778 – περ. 2723 π.Χ.) υπήρξε ο μεγάλος εμπνευστής της νέας μεμφιτικής αρχιτεκτονικής. Στο ταφικό συγκρότημα που θέλησε να ανεγείρει για τον εαυτό του στη Σακάρα, με τον μεγαλοφυή αρχιτέκτονα Ιμχοτέπ, συγκεντρώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα μνημεία –τις πιο πολλές φορές ψεύτικα, χωρίς πρακτική αξία οικοδομήματα– οι διάφοροι αναγκαίοι χώροι για τη διαμονή του μετά θάνατον με σαφή αναφορά στο ανάκτορο όπου ζούσε: το σύνολο περικλείεται σε ένα μεγάλο ορθογώνιο περίβολο, με εξωτερικό που παρουσιάζει προεξοχές και εσοχές. Για πρώτη φορά στην ιστορία της αρχιτεκτονικής χρησιμοποιήθηκε υλικό που δεν καταστρέφεται: η πέτρα. Για τον καθαυτό τάφο του, ο φαραώ επέλεξε μια μαθηματική υπερβολή του τάφου των ευγενών, τον μασταμπά. Από την υπερβολή αυτή, δηλαδή την επάλληλη τοποθέτηση έξι μασταμπάδων που περιορίζονταν καθ’ ύψος, γεννήθηκε η αιγυπτιακή πυραμίδα (βλ. λ. πυραμίδες). Η τεχνική της κατασκευής της είναι με μικρά κομμάτια πέτρας, σαν να δυσκολευόταν ο αρχιτέκτονας να αποσπαστεί από τη γοητεία του έργου με τούβλα.
Η μεμφιτική αρχιτεκτονική της 5ης δυναστείας διαμορφώνεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Με τον τύπο πυραμίδας με συνεχή λεία επιφάνεια, που σκιαγραφείται ήδη στις πυραμίδες της Νταχσούρ και της Μεϊντούμ και τελειοποιημένο στις τρεις μεγάλες πυραμίδες της Γκίζας κοντά στη Μέμφιδα, των φαραώ Χέοπα, Χεφρήνα και Μυκερίνου εδραιώνονται η γεωμετρική καθαρότητα της μαθηματικής σχέσης.
Μέρος του συγκροτήματος αυτού αποτελούν ο Ναός της Κοιλάδας, για την πρώτη διαμονή του νεκρού, και πιο ψηλά, συνδεδεμένος με αυτόν με έναν σκεπαστό διάδρομο, ο καθαυτό ταφικός ναός ανατολικά της πυραμίδας, που τον αποτελούσε ένας πρόδομος, μία ή περισσότερες υπόστυλες αίθουσες, με αυστηρά τετραγωνισμένα υποστυλώματα, η αυλή των αγαλμάτων και το ιερό στο βάθος. Η δομή και η διάταξη των μνημείων, η εφευρετική ιδιοφυΐα στην ποικιλία των κιόνων και των υποστυλωμάτων, με όχι πραγματικά στηρικτική λειτουργία (υποστύλωμα με δέσμη βούρλων, αυλακωτοί κίονες με φυτικά κιονόκρανα, κιονόκρανα με κάλυκα παπύρου ανοιχτό ή κλειστό, πρωτοδωρικοί κίονες χωρίς κιονόκρανο) φανερώνουν ότι το συγκρότημα του Zοσέρ πραγματοποιεί κατά μνημειακό τρόπο τις επιδιώξεις του ζωτικού νατουραλισμού όλης της προηγούμενης εποχής. Σαν φρουρός των πυραμίδων, κοντά στον ταφικό ναό της πυραμίδας του Χεφρήνα, στέκει η Μεγάλη Σφίγγα, που συγκεκριμενοποιεί την ανατολική αντίληψη του προστατευτικού πνεύματος, το οποίο ισχυροποιείται από τη συνένωση διαφόρων όντων: κεφάλι ανθρώπου, σώμα ταύρου, πόδια λιονταριού. Στα ταφικά αγάλματα και στα σπάνια αγάλματα θεών του Αρχαίου Βασιλείου αρχίζει να γίνεται φανερή η προσπάθεια να φτάσουν, μέσω των γεωμετρικών σχέσεων των όγκων, στην επεξεργασία ενός κανόνα αναλογιών. Μια αυστηρότητα που πλησιάζει το θείο χαρακτηρίζει τα αγάλματα στον θρόνο των φαραώ Zοσέρ και Χεφρήνα (Μουσείο Καΐρου). Στα αγάλματα όμως των αξιωματούχων που δεσμεύονταν λιγότερο από τις αυλικές απαιτήσεις, δημιουργείται μέσω των ίδιων νόμων γεωμετρικής μετάθεσης των πλαστικών στοιχείων μια πιο φανερή εκφραστική ζωηρότητα: είναι το στιλ των περίφημων αγαλμάτων της 4ης δυναστείας, που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Καΐρου και παριστάνουν τον Ραχοτέπ και τη γυναίκα του Νοφρέ, από τον τάφο τους στη Μεϊντούμ και τον λεγόμενο Σεΐχη του χωριού (τον τελετάρχη Κάαπερ). Η ζωηρότητα αυτή τονίζεται στους δύο γραμματείς της 5ης δυναστείας (Μουσεία Καΐρου και Λούβρου), ενώ από την 6η δυναστεία, τα αγάλματα δείχνουν μια εξέλιξη προς τον κομψό ιδεαλισμό, με κεφάλια πιο μικρά και μορφές λεπτές και στεγνές.
Οι τοίχοι των ταφικών ναών –ιδιαίτερα κατά μήκος των στεγασμένων διαδρόμων– και των τάφων καλύπτονται από πολύχρωμες εξώγλυφες, εσώγλυφες και ζωγραφικές διακοσμήσεις. Η ζωγραφική χρησιμοποιήθηκε στους τοίχους από τούβλα, τα ανάγλυφα σε τοίχους από ασβεστόλιθο. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά δείγματα του Αρχαίου Βασιλείου είναι τα ξύλινα ανάγλυφα με την εκλεπτυσμένη αρμονία του μασταμπά της Χεσίρε (3η δυναστεία, Μουσείο Καΐρου) και εκείνα σε ασβεστόλιθο, αρκετά πιο ζωηρά, των τάφων της Μεϊντούμ (4η δυναστεία), όπου εμφανίζεται επίσης η παράξενη τεχνική των στοιχείων που είναι σκαλισμένα στον ασβεστόλιθο και γεμισμένα από χρωματιστές πάστες (τάφος Νεφερμαέτ). Η κατεξοχήν ζωγραφική θριαμβεύει στις περίφημες Χήνες που βρίσκονται τώρα στο Μουσείο του Καΐρου. Η ισορροπία ανάμεσα στην απεικόνιση και στην καθαρή γεωμετρική κατανομή αρχίζει να χάνεται με την 6η δυναστεία όταν τα στοιχεία και το χρώμα γίνονται στο έπακρο πυκνά.
Η τέχνη του Μέσου Βασιλείου. Η μεγάλη κρίση που ταλαιπώρησε την Α. στα τέλη της 6ης δυναστείας, με την κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας και του μύθου του βασιλιά-θεού και με τον κατακερματισμό της εξουσίας σε μικρά τοπικά τιμάρια, επέδρασε και στην αρχιτεκτονική της πρώτης ενδιάμεσης περιόδου (περ. 2250 – περ. 2060 π.Χ.). Αυτοί που δίνουν παραγγελίες είναι οι διάφοροι ηγεμόνες της Άνω Α., όπου λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους άρχισε η παράδοση των τάφων σε βράχους, που αναπτύχθηκαν στο Μέσο Βασίλειο, με διάφορους εσωτερικούς χώρους.
Η ενοποίηση της Α., που πραγματοποιήθηκε κατά το 2060 π.Χ. από την 11η θηβαϊκή δυναστεία των φαραώ Μεντουχοτέπ, έδωσε νέα ώθηση στις μεγάλες βασιλικές κατασκευές, που λαμπρό δείγμα τους ήταν ο κατεστραμμένος ταφικός ναός των Μεντουχοτέπ Α’ και Γ’ στην Ντέιρ ελ-Μπάχρι: αυτό συνέδεε την πυραμίδα με το υπόγειο στον βράχο, μέσω ενός συγκροτήματος από θολωτές αναβαθμίδες με υπόστυλη αίθουσα που ως επιστέγασμα είχε πυραμίδα, πίσω από την οποία μια αυλή με στοές αποτελούσε την είσοδο προς τους σκαμμένους στον βράχο χώρους, κυριότερος από τους οποίους ήταν το ιερό. Οι πυραμίδες της πρωτεύουσας, που η 12η δυναστεία μετέφερε και πάλι στην Κάτω Α., στα νότια της Μέμφιδος, έχουν μέτριες διαστάσεις, κατασκευασμένες με τούβλα περισσότερο παρά με ανθεκτική πέτρα, που περιοριζόταν στο πυραμίδιον από γρανίτη, το οποίο υψωνόταν στην κορυφή. Σχετικά με τη θεία λατρεία διατηρούνται από τη 12η δυναστεία ο ναΐσκος του Αμενεμχέτ Γ’ στη Μεντίνετ Μάντι της Φαγιούμ, και το περίπτερο του Σέσωστρι Α’ στο Καρνάκ (όπου ανασυγκροτήθηκε από τον Σεβριέ), που στηρίζεται σε εξέδρα περιβαλλόμενη από υποστυλώματα συνδεδεμένα με χαμηλή τοιχοποιία.
Παρά τα λίγα αυτά δείγματα, διάφορα ίχνη φανερώνουν ότι ακριβώς στο Μέσο Βασίλειο προετοιμάστηκαν τα θαυμάσια πρότυπα των ναών του Νέου Βασιλείου, με τα τυπικά τους στοιχεία, όπως η λεωφόρος προσπέλασης που προστατευόταν από σφίγγες ή θεία ζώα, οι δύο οβελίσκοι μπροστά στην είσοδο, η αυλή με στοές, τα οσιρικά υποστυλώματα, που στήριζαν τα κολοσσιαία αγάλματα των βασιλιάδων υπό τη μορφή του Όσιρη, και τα κιόσκια και οι ναΐσκοι για τις πομπές.
Οι τάφοι και οι ναοί του Νέου Βασιλείου στην Κοιλάδα των Βασιλιάδων στο Καρνάκ και στο Λούξορ. Η δεύτερη ενδιάμεση περίοδος (13η-17η δυναστεία, περ. 1785 – περ. 1580 π.Χ.) είναι μια από τις πιο ταραγμένες της αιγυπτιακής ιστορίας, ιδιαίτερα λόγω της εμφάνισης κατά το 1730 π.Χ. των Ασιατών εισβολέων Υξώς, που συμβατικά είναι γνωστοί ως ποιμένες βασιλείς, και οι οποίοι αποτέλεσαν τη 15η και τη 16η δυναστεία. Οι νέοι φαραώ, που πρωτεύουσά τους ήταν οι Θήβες, ενίσχυσαν το τοπικό πρότυπο του ναού σε βράχο, που έγινε ένα πολυτελές και περίπλοκο νεκρικό διαμέρισμα, με διαδρόμους, σκάλες, αίθουσες με στοές, πηγάδια και διόδους έως την κρύπτη: είναι οι περίφημοι τάφοι της Κοιλάδας των Βασιλιάδων και της Κοιλάδας των Βασιλισσών, μπροστά στις Θήβες.
Ανάμεσα στους ναούς περιφημότεροι είναι εκείνοι της Αβύδου και οι θηβαϊκοί ναοί στη δεξιά όχθη του Νείλου, στα δύο προάστια Καρνάκ και Λούξορ. Στο Καρνάκ ο πιο ενιαίος είναι εκείνος του Χονσού, ενώ ο μεγάλος ναός του Άμμωνα, με το περίπλοκο σχέδιο των δέκα στύλων, των πολλών προδόμων του και των υπόστυλων αιθουσών, φανερώνει τις διαδοχικές επεξεργασίες και προσθήκες από τη 18η και τη 19η δυναστεία έως την 20ή. Ο ναός του Άμμωνα στο Λούξορ, που η ανέγερσή του άρχισε από τον Αμενχοτέπ Γ’, ο οποίος κατασκεύασε τη στοά, την υπόστυλη αίθουσα και τον πρόδομο, αποπερατώθηκε από τον Ραμσή Β’ τον Μεγάλο, που προσέθεσε νέα αυλή με περιστύλιο, τον πυλώνα και τους δύο περίφημους οβελίσκους, ο ένας από τους οποίους βρίσκεται στο Παρίσι. Η τάση να κατασκευάζονται ναοί σε βράχους, που προήλθε από τις νουβιανές κατακτήσεις, βρίσκει τη μεγαλύτερη έκφρασή της στους δύο ναούς του Ραμσή του Μεγάλου και της Νεφερτίτης, στο Αμπού Σίμπελ: οι προσόψεις έχουν κολοσσούς που απεικονίζουν τον βασιλιά και χρησιμοποιούνται ως μνημειακοί πυλώνες. Ανάμεσα τους ταφικούς ναούς ο πιο εντυπωσιακός είναι ο ημιβραχώδης της βασίλισσας Χατσεψούτ στην Ντέιρ ελ-Μπάχρι (18η δυναστεία), που αποτελείται από τρία επίπεδα αναβαθμίδων με στοές, με υποστυλώματα σε πολυγωνικά σχήματα και από ένα εσωτερικό ιερό με ναΐσκους σκαμμένους στον βράχο.
Από τον ταφικό ναό του Αμενχοτέπ Γ’ (18η δυναστεία), στους πρόποδες της Κοιλάδας των Βασιλιάδων σώζονται τα δύο κολοσσιαία αγάλματα της εισόδου, οι λεγόμενοι Κολοσσοί του Μέμνωνος. Στη ζώνη αυτή, υπερφορτωμένους ρυθμούς παρουσιάζουν οι ταφικοί τύμβοι των Ραμσή, ανάμεσαΤα χαρακτικά πάνω σε βράχους και οι νεολιθικοί πολιτισμοί. Η πρώιμη τέχνη της Α. περιλαμβάνεται στο πλαίσιο των απεικονίσεων ζώων πάνω σε βράχους με μαγικό-εξιλαστήριο σκοπό, που είναι κοινές και στην τέχνη της Σαχάρας. Συνδέεται με υποτιθέμενες μετακινήσεις κυνηγών, οι οποίοι επηρεασμένοι από το γεγονός ότι η βόρεια Αφρική γινόταν βαθμιαία άγονη, περνούσαν στην κοιλάδα του Νείλου.
Η αρχαιότερη ομάδα χαρακτικών σε βράχους, που χρονολογείται από την 5η χιλιετία π.Χ., φαίνεται εμπνευσμένη από την άγρια αφρικανική πανίδα και από τις ανάγκες μιας κοινωνίας κυνηγών, για τους οποίους η χάραξη μιας εικόνας στον βράχο αποτελούσε έναν εξορκισμό, για να γίνει πιο εύκολα ο κυνηγός κύριος του θηράματος. Σε μια μεταγενέστερη φάση ανήκει η σειρά χαρακτικών με θέματα από την πανίδα του Νείλου, όπως ο ιπποπόταμος, και με κατοικίδια ζώα. Η σειρά αυτή συνδέεται με έναν ποιμενικό πολιτισμό και αντικαθρεφτίζει το πέρασμα στην καινούργια νεολιθική οικονομία και στην εποχή των μετάλλων, που βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν τα χαρακτικά του Ουάντι Χαμάματ, μεταξύ του Νείλου και της Ερυθράς θάλασσας. Τα πρόσωπα φορούν τη μεσοποταμιακή ενδυμασία και τα πλοία είναι του αραβικού προτύπου με ίσια καρίνα. Τα χαρακτικά αυτά σε βράχους δεν είναι οι μόνες εκδηλώσεις της προδυναστικής και πρωτοδυναστικής τέχνης. Η τέχνη αυτή συγκεντρώνεται επίσης σε μια σειρά νεκροπόλεων, που χρονολογούνται –όχι με βεβαιότητα– από την 5η/4η χιλιετία ή μόνο από την 4η χιλιετία π.Χ. και συμπίπτουν οπωσδήποτε με τον πιο πρόσφατο πολιτισμό των βραχογραφιών, τον ποιμενικό. Οι νεκροπόλεις βρίσκονται κυρίως στην Άνω Α. (Ελ-Μπαντάρι, Ελ-Άμρα, Νακάντα, Άβυδος, Ιεράκων Πόλη), όπου η αντίληψη του απομακρυσμένου από το κατοικημένο μέρος νεκροταφείου οδήγησε στη δημιουργία ειδικών αντικειμένων, αναθηματικής χρήσης, για να συνοδεύουν τον νεκρό: αγγεία για τροφές και ποτά, ειδώλια, πλακίδια για το ζύμωμα των καλλυντικών των ματιών. Στην Κάτω Α., αντίθετα, η νεκρόπολη, με την καλλιτεχνική οικοτεχνία με την οποία συνδέεται, εμφανίζεται αρκετά αργά (η Ελ-Γκέρζε συμπίπτει με τον δεύτερο πολιτισμό της Νακάντα), γιατί στις αρχαιότερες εποχές η συνήθεια της ταφής του νεκρού στην καλύβα που κατοικούσε δεν απαιτούσε ιδιαίτερη νεκρική διαρρύθμιση. Στις διαφορές αυτές μεταξύ Άνω και Κάτω Α. αντικατοπτρίζεται ήδη ο γεωγραφικός πολιτικός εκείνος δυαδισμός, που από τις αρχές αντέταξε η κοιλάδα του Νείλου, διαποτισμένη με νουβιακά στοιχεία, στη ζώνη του Δέλτα, πιο ευαίσθητη στα λιβυκά και ασιατικά στοιχεία. Ο δυαδισμός αυτός βλέπουμε να επηρεάζει, με διαδοχικές εναλλαγές εξουσίας μεταξύ νότου και βορρά, όλη την ιστορική περίοδο.
Πριν από τους πολιτισμούς αυτούς υπήρξε κάποια τοποθεσία καθαρά νεολιθική, όπως η Τάσα (κοντά στην Ελ-Μπαντάρι), όπου εμφανίζονται αγγεία με γεωμετρικά χαρακτικά και με λευκά ενθέματα, που διαδόθηκαν στη συνέχεια και σε άλλα αιγυπτιακά και νουβιακά κέντρα, ή η Μερίμντε στην Κάτω Α., που τα λεία αγγεία της, ερυθρόμορφα ή μελανόμορφα, έχουν μοτίβα με στιγμές ή αγκάθια ψαριού. Στην κουλτούρα της Νακάντα Ι ή της Άμρα, τα αγγεία κατασκευάζονται από το χώμα του Νείλου, αλλά είναι επενδεδυμένα με ένα θαμπό κόκκινο και ζωγραφισμένα με μοτίβα γεμισμένα με ένα λευκό δικτυωτό, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν τρίγωνα, αστέρια, ζώα (ιδίως ιπποπόταμοι) και ανθρώπινες μορφές: ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει ένας τύπος ανθρώπου που χορεύει με υψωμένα χέρια.
Ο ζωγραφισμένος τάφος της Ιεράκων Πόλης, προδυναστικός ή πρωτοδυναστικός (λείψανα βρίσκονται στο Μουσείο του Καΐρου), που φαίνεται να εγκαινιάζει τον τύπο του ιστορημένου τάφου με σκηνές αντικατάστασης της ζωής, έχει τα συνηθισμένα μοτίβα των πλοίων του Νείλου και του κυνηγιού, κόκκινα πάνω σε κίτρινο φόντο. Εμφανίζεται όμως επίσης και η μεσοποταμιακή μορφή του ανθρώπου ανάμεσα σε δύο εραλδικά λιοντάρια και η τυπική αιγυπτιακή, του νικητή που σκοτώνει τους αιχμαλώτους με το ρόπαλο. Η Ιεράκων Πόλη ακολουθεί πια την τέχνη αυτή που προηγήθηκε των δύο πρώτων θινιτικών δυναστειών, της οποίας η λαμπρότερη μαρτυρία είναι τα ανάγλυφα στις λαβές μαχαιριών από ελεφαντόδοντο, σε κεφαλές ροπάλων από πέτρα ή ελεφαντόδοντο, σε πλακίδια για καλλυντικά από σχιστόλιθο, με κοίλωμα στο κέντρο για το ζύμωμα των καλλυντικών. Τα μοτίβα που απεικονίζονται είναι σκηνές κυνηγίου, εραλδικά ζώα, που μερικές φορές πλαισιώνουν τις παρυφές δίνοντας στο πλακίδιο το ίδιο το σχήμα του ζώου, και μάχες, με σκηνές κατανεμημένες τμηματικά. Στη λαβή του μαχαιριού του Τζέμπελ ελ-Αράκ (Μουσείο του Λούβρου), η μία από τις πλευρές απεικονίζει μάχη σε διάφορες λωρίδες, και η άλλη μια σκηνή κυνηγιού, στο επάνω μέρος της οποίας υπάρχει ένας θηριοδαμαστής εραλδικού λιονταριού.
Η θινιτική τέχνη της αρχαίας Α. Μετά την ενοποίηση της Α., που έγινε γύρω στο 3200 π.Χ. από τον βασιλιά Μήνη, η αιγυπτιακή τέχνη άρχισε να εδραιώνει τα δικά της ουσιαστικά στοιχεία κατά τη λεγόμενη θινιτική περίοδο και αναπτύχθηκε εξ ολοκλήρου στις τρεις φάσεις του Αρχαίου, Μέσου και Νέου Βασιλείου, που αντιστοιχούν σε άλλες τόσες συγκεντρώσεις της εξουσίας: με την 4η-6η μεμφιτική δυναστεία (περ. 2723 – περ. 2250 π.Χ.), με την 11η-12η θηβαϊκή δυναστεία (περ. 2060 – περ. 1785 π.Χ.) και με τη 18η-20ή δυναστεία πάλι στις Θήβες (1580-1085 π.Χ.). Και στις φάσεις αυτές οι έννοιες της εξουσίας, της διάρκειας, της ενσαρκωμένης στην τέχνη ζωής βρίσκουν την καλύτερη έκφρασή τους.
Η θινιτική τέχνη συνδέεται με τις δύο πρώτες δυναστείες της Άνω Α.: ο γενάρχης τους Μήνης, που ενοποίησε τη χώρα, ίδρυσε στην Κάτω Α. τη νέα πόλη της Μέμφιδος, που έμελλε να γίνει πρωτεύουσα με την 3η δυναστεία. Εκείνη ακριβώς την εποχή διαγράφονται οι πρώτες κατεξοχήν αιγυπτιακές εκδηλώσεις της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και των αναγλύφων, που είχαν τώρα πια αποδεσμευτεί από μερικές μεσοποταμιακές, λιβυκές και νουβιακές επιδράσεις, οι οποίες είχαν διαποτίσει τις προδυναστικές εκδηλώσεις. Οι τάφοι των Θινιτών βασιλιάδων βρίσκονται στην Άβυδο. Αλλά ως ηγεμόνες των δύο χωρών, οι πρώτοι φαραώ είχαν και δεύτερο τάφο κοντά στη Μέμφιδα, που φαίνεται να είχαν πράγματι ταφεί εκεί.
Οι τάφοι της Αβύδου αποτελούνται από μια ταφική τάφρο επενδεδυμένη με τούβλα ή πέτρες, συχνά με διακοσμήσεις ζωγραφισμένων σανίδων που έχει γύρω άλλους νεκρικούς χώρους για τα μέλη της οικογένειας. Ο τάφος σκεπαζόταν με έναν τύμβο από άμμο μέσα στο περιτείχισμα των τούβλων, ενώ στην είσοδο υπήρχαν γλυπτές στήλες. Οι τάφοι, που ονομάζονται νακάντα από τον καλύτερα διατηρημένο από αυτούς (στη Νακάντα), αλλά οι οποίοι στην πραγματικότητα βρίσκονται στην Κάτω Α., είναι παραλληλεπίπεδοι πάνω στο χώμα, με εξωτερικούς τοίχους που έχουν προεξοχές και εσοχές οι οποίες απομιμούνται τα εξωτερικά των μεμφιτικών ανακτόρων, και στο εσωτερικό μια σειρά από πέντε δωμάτια, από τα οποία το μεσαίο είναι ο τάφος του νεκρού.
Κοντά στους βασιλικούς αυτούς τάφους εμφανίζεται και ο τάφος των ευγενών, που λέγεται μασταμπάς (μαστάμπα = πάγκος), σε σχήμα παραλληλεπιπέδου από τούβλο με επικλινή τοιχώματα προς το εσωτερικό και επίπεδη κάλυψη. Αρχικά ο μασταμπάς χρησίμευε απλώς για να καλύπτει την ταφική κρύπτη, ενώ το ταφικό παρεκκλήσιο περιοριζόταν σε μια κόγχη με κρυφή πόρτα στην εξωτερική ανατολική πλευρά. Στη συνέχεια, στο εσωτερικό ήρθαν στο φως χώροι για το ιερό και για τη σερντάπ (αίθουσα των αγαλμάτων). Ο μασταμπάς προσέφερε σπουδαίο στοιχείο στη μελλοντική αρχιτεκτονική, γιατί με την επάλληλη τοποθέτηση πολλών μασταμπάδων έμελλε να γεννηθεί η ιδέα της πυραμίδας.
Στον τομέα των πλαστικών τεχνών, η θινιτική περίοδος αρχίζει με την Πινακίδα του Ναρ-Μερ (Ναρμέρ ή Μήνη): ανάλογη απεικόνιση του βασιλιά που καταβάλλει τον εχθρό του είναι εκείνη της Σεμερκέτ (1η δυναστεία), σκαλισμένη σε έναν βράχο του Σινά. Από τους βασιλικούς τάφους της Αβύδου και από μερικούς ιδιωτικούς τάφους προέρχονται πέτρινες στήλες με το ιερογλυφικό γράμμα του νεκρού. Το αριστούργημα της περιόδου αυτής είναι η λεγόμενη Στήλη του βασιλιά Φιδιού από την Άβυδο, που ανήκει στον βασιλιά Γκετ της 1ης δυναστείας, ο οποίος απεικονίζεται με το ιερογλυφικό γράμμα του φιδιού και του γερακιού, συμβόλου του θεού Ώρου, που το όνομά του αποτελούσε μέρος των ονομάτων των φαραώ.
Τα αγάλματα μεγάλων διαστάσεων περιλαμβάνουν γλυπτά ζώων ισορροπημένης πλαστικής προβολής, ενώ τα λίγα αγάλματα βασιλιάδων ή θεοτήτων είναι ακόμα χονδροειδή και δεν έχουν σωστές αναλογίες. Στις ελάσσονες τέχνες αξιόλογα είναι τα αγγεία από σκληρή πέτρα.
Η τέχνη του Αρχαίου Βασιλείου. Ο ιδρυτής της 3ης δυναστείας Zοσέρ (περ. 2778 – περ. 2723 π.Χ.) υπήρξε ο μεγάλος εμπνευστής της νέας μεμφιτικής αρχιτεκτονικής. Στο ταφικό συγκρότημα που θέλησε να ανεγείρει για τον εαυτό του στη Σακάρα, με τον μεγαλοφυή αρχιτέκτονα Ιμχοτέπ, συγκεντρώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα μνημεία –τις πιο πολλές φορές ψεύτικα, χωρίς πρακτική αξία οικοδομήματα– οι διάφοροι αναγκαίοι χώροι για τη διαμονή του μετά θάνατον με σαφή αναφορά στο ανάκτορο όπου ζούσε: το σύνολο περικλείεται σε ένα μεγάλο ορθογώνιο περίβολο, με εξωτερικό που παρουσιάζει προεξοχές και εσοχές. Για πρώτη φορά στην ιστορία της αρχιτεκτονικής χρησιμοποιήθηκε υλικό που δεν καταστρέφεται: η πέτρα. Για τον καθαυτό τάφο του, ο φαραώ επέλεξε μια μαθηματική υπερβολή του τάφου των ευγενών, τον μασταμπά. Από την υπερβολή αυτή, δηλαδή την επάλληλη τοποθέτηση έξι μασταμπάδων που περιορίζονταν καθ’ ύψος, γεννήθηκε η αιγυπτιακή πυραμίδα (βλ. λ. πυραμίδες). Η τεχνική της κατασκευής της είναι με μικρά κομμάτια πέτρας, σαν να δυσκολευόταν ο αρχιτέκτονας να αποσπαστεί από τη γοητεία του έργου με τούβλα.
Η μεμφιτική αρχιτεκτονική της 5ης δυναστείας διαμορφώνεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Με τον τύπο πυραμίδας με συνεχή λεία επιφάνεια, που σκιαγραφείται ήδη στις πυραμίδες της Νταχσούρ και της Μεϊντούμ και τελειοποιημένο στις τρεις μεγάλες πυραμίδες της Γκίζας κοντά στη Μέμφιδα, των φαραώ Χέοπα, Χεφρήνα και Μυκερίνου εδραιώνονται η γεωμετρική καθαρότητα της μαθηματικής σχέσης.
Μέρος του συγκροτήματος αυτού αποτελούν ο Ναός της Κοιλάδας, για την πρώτη διαμονή του νεκρού, και πιο ψηλά, συνδεδεμένος με αυτόν με έναν σκεπαστό διάδρομο, ο καθαυτό ταφικός ναός ανατολικά της πυραμίδας, που τον αποτελούσε ένας πρόδομος, μία ή περισσότερες υπόστυλες αίθουσες, με αυστηρά τετραγωνισμένα υποστυλώματα, η αυλή των αγαλμάτων και το ιερό στο βάθος. Η δομή και η διάταξη των μνημείων, η εφευρετική ιδιοφυΐα στην ποικιλία των κιόνων και των υποστυλωμάτων, με όχι πραγματικά στηρικτική λειτουργία (υποστύλωμα με δέσμη βούρλων, αυλακωτοί κίονες με φυτικά κιονόκρανα, κιονόκρανα με κάλυκα παπύρου ανοιχτό ή κλειστό, πρωτοδωρικοί κίονες χωρίς κιονόκρανο) φανερώνουν ότι το συγκρότημα του Zοσέρ πραγματοποιεί κατά μνημειακό τρόπο τις επιδιώξεις του ζωτικού νατουραλισμού όλης της προηγούμενης εποχής. Σαν φρουρός των πυραμίδων, κοντά στον ταφικό ναό της πυραμίδας του Χεφρήνα, στέκει η Μεγάλη Σφίγγα, που συγκεκριμενοποιεί την ανατολική αντίληψη του προστατευτικού πνεύματος, το οποίο ισχυροποιείται από τη συνένωση διαφόρων όντων: κεφάλι ανθρώπου, σώμα ταύρου, πόδια λιονταριού. Στα ταφικά αγάλματα και στα σπάνια αγάλματα θεών του Αρχαίου Βασιλείου αρχίζει να γίνεται φανερή η προσπάθεια να φτάσουν, μέσω των γεωμετρικών σχέσεων των όγκων, στην επεξεργασία ενός κανόνα αναλογιών. Μια αυστηρότητα που πλησιάζει το θείο χαρακτηρίζει τα αγάλματα στον θρόνο των φαραώ Zοσέρ και Χεφρήνα (Μουσείο Καΐρου). Στα αγάλματα όμως των αξιωματούχων που δεσμεύονταν λιγότερο από τις αυλικές απαιτήσεις, δημιουργείται μέσω των ίδιων νόμων γεωμετρικής μετάθεσης των πλαστικών στοιχείων μια πιο φανερή εκφραστική ζωηρότητα: είναι το στιλ των περίφημων αγαλμάτων της 4ης δυναστείας, που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Καΐρου και παριστάνουν τον Ραχοτέπ και τη γυναίκα του Νοφρέ, από τον τάφο τους στη Μεϊντούμ και τον λεγόμενο Σεΐχη του χωριού (τον τελετάρχη Κάαπερ). Η ζωηρότητα αυτή τονίζεται στους δύο γραμματείς της 5ης δυναστείας (Μουσεία Καΐρου και Λούβρου), ενώ από την 6η δυναστεία, τα αγάλματα δείχνουν μια εξέλιξη προς τον κομψό ιδεαλισμό, με κεφάλια πιο μικρά και μορφές λεπτές και στεγνές.
Οι τοίχοι των ταφικών ναών –ιδιαίτερα κατά μήκος των στεγασμένων διαδρόμων– και των τάφων καλύπτονται από πολύχρωμες εξώγλυφες, εσώγλυφες και ζωγραφικές διακοσμήσεις. Η ζωγραφική χρησιμοποιήθηκε στους τοίχους από τούβλα, τα ανάγλυφα σε τοίχους από ασβεστόλιθο. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά δείγματα του Αρχαίου Βασιλείου είναι τα ξύλινα ανάγλυφα με την εκλεπτυσμένη αρμονία του μασταμπά της Χεσίρε (3η δυναστεία, Μουσείο Καΐρου) και εκείνα σε ασβεστόλιθο, αρκετά πιο ζωηρά, των τάφων της Μεϊντούμ (4η δυναστεία), όπου εμφανίζεται επίσης η παράξενη τεχνική των στοιχείων που είναι σκαλισμένα στον ασβεστόλιθο και γεμισμένα από χρωματιστές πάστες (τάφος Νεφερμαέτ). Η κατεξοχήν ζωγραφική θριαμβεύει στις περίφημες Χήνες που βρίσκονται τώρα στο Μουσείο του Καΐρου. Η ισορροπία ανάμεσα στην απεικόνιση και στην καθαρή γεωμετρική κατανομή αρχίζει να χάνεται με την 6η δυναστεία όταν τα στοιχεία και το χρώμα γίνονται στο έπακρο πυκνά.
Η τέχνη του Μέσου Βασιλείου. Η μεγάλη κρίση που ταλαιπώρησε την Α. στα τέλη της 6ης δυναστείας, με την κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας και του μύθου του βασιλιά-θεού και με τον κατακερματισμό της εξουσίας σε μικρά τοπικά τιμάρια, επέδρασε και στην αρχιτεκτονική της πρώτης ενδιάμεσης περιόδου (περ. 2250 – περ. 2060 π.Χ.). Αυτοί που δίνουν παραγγελίες είναι οι διάφοροι ηγεμόνες της Άνω Α., όπου λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους άρχισε η παράδοση των τάφων σε βράχους, που αναπτύχθηκαν στο Μέσο Βασίλειο, με διάφορους εσωτερικούς χώρους.
Η ενοποίηση της Α., που πραγματοποιήθηκε κατά το 2060 π.Χ. από την 11η θηβαϊκή δυναστεία των φαραώ Μεντουχοτέπ, έδωσε νέα ώθηση στις μεγάλες βασιλικές κατασκευές, που λαμπρό δείγμα τους ήταν ο κατεστραμμένος ταφικός ναός των Μεντουχοτέπ Α’ και Γ’ στην Ντέιρ ελ-Μπάχρι: αυτό συνέδεε την πυραμίδα με το υπόγειο στον βράχο, μέσω ενός συγκροτήματος από θολωτές αναβαθμίδες με υπόστυλη αίθουσα που ως επιστέγασμα είχε πυραμίδα, πίσω από την οποία μια αυλή με στοές αποτελούσε την είσοδο προς τους σκαμμένους στον βράχο χώρους, κυριότερος από τους οποίους ήταν το ιερό. Οι πυραμίδες της πρωτεύουσας, που η 12η δυναστεία μετέφερε και πάλι στην Κάτω Α., στα νότια της Μέμφιδος, έχουν μέτριες διαστάσεις, κατασκευασμένες με τούβλα περισσότερο παρά με ανθεκτική πέτρα, που περιοριζόταν στο πυραμίδιον από γρανίτη, το οποίο υψωνόταν στην κορυφή. Σχετικά με τη θεία λατρεία διατηρούνται από τη 12η δυναστεία ο ναΐσκος του Αμενεμχέτ Γ’ στη Μεντίνετ Μάντι της Φαγιούμ, και το περίπτερο του Σέσωστρι Α’ στο Καρνάκ (όπου ανασυγκροτήθηκε από τον Σεβριέ), που στηρίζεται σε εξέδρα περιβαλλόμενη από υποστυλώματα συνδεδεμένα με χαμηλή τοιχοποιία.
Παρά τα λίγα αυτά δείγματα, διάφορα ίχνη φανερώνουν ότι ακριβώς στο Μέσο Βασίλειο προετοιμάστηκαν τα θαυμάσια πρότυπα των ναών του Νέου Βασιλείου, με τα τυπικά τους στοιχεία, όπως η λεωφόρος προσπέλασης που προστατευόταν από σφίγγες ή θεία ζώα, οι δύο οβελίσκοι μπροστά στην είσοδο, η αυλή με στοές, τα οσιρικά υποστυλώματα, που στήριζαν τα κολοσσιαία αγάλματα των βασιλιάδων υπό τη μορφή του Όσιρη, και τα κιόσκια και οι ναΐσκοι για τις πομπές.
Οι τάφοι και οι ναοί του Νέου Βασιλείου στην Κοιλάδα των Βασιλιάδων στο Καρνάκ και στο Λούξορ. Η δεύτερη ενδιάμεση περίοδος (13η-17η δυναστεία, περ. 1785 – περ. 1580 π.Χ.) είναι μια από τις πιο ταραγμένες της αιγυπτιακής ιστορίας, ιδιαίτερα λόγω της εμφάνισης κατά το 1730 π.Χ. των Ασιατών εισβολέων Υξώς, που συμβατικά είναι γνωστοί ως ποιμένες βασιλείς, και οι οποίοι αποτέλεσαν τη 15η και τη 16η δυναστεία. Οι νέοι φαραώ, που πρωτεύουσά τους ήταν οι Θήβες, ενίσχυσαν το τοπικό πρότυπο του ναού σε βράχο, που έγινε ένα πολυτελές και περίπλοκο νεκρικό διαμέρισμα, με διαδρόμους, σκάλες, αίθουσες με στοές, πηγάδια και διόδους έως την κρύπτη: είναι οι περίφημοι τάφοι της Κοιλάδας των Βασιλιάδων και της Κοιλάδας των Βασιλισσών, μπροστά στις Θήβες.
Ανάμεσα στους ναούς περιφημότεροι είναι εκείνοι της Αβύδου και οι θηβαϊκοί ναοί στη δεξιά όχθη του Νείλου, στα δύο προάστια Καρνάκ και Λούξορ. Στο Καρνάκ ο πιο ενιαίος είναι εκείνος του Χονσού, ενώ ο μεγάλος ναός του Άμμωνα, με το περίπλοκο σχέδιο των δέκα στύλων, των πολλών προδόμων του και των υπόστυλων αιθουσών, φανερώνει τις διαδοχικές επεξεργασίες και προσθήκες από τη 18η και τη 19η δυναστεία έως την 20ή. Ο ναός του Άμμωνα στο Λούξορ, που η ανέγερσή του άρχισε από τον Αμενχοτέπ Γ’, ο οποίος κατασκεύασε τη στοά, την υπόστυλη αίθουσα και τον πρόδομο, αποπερατώθηκε από τον Ραμσή Β’ τον Μεγάλο, που προσέθεσε νέα αυλή με περιστύλιο, τον πυλώνα και τους δύο περίφημους οβελίσκους, ο ένας από τους οποίους βρίσκεται στο Παρίσι. Η τάση να κατασκευάζονται ναοί σε βράχους, που προήλθε από τις νουβιανές κατακτήσεις, βρίσκει τη μεγαλύτερη έκφρασή της στους δύο ναούς του Ραμσή του Μεγάλου και της Νεφερτίτης, στο Αμπού Σίμπελ: οι προσόψεις έχουν κολοσσούς που απεικονίζουν τον βασιλιά και χρησιμοποιούνται ως μνημειακοί πυλώνες. Ανάμεσα τους ταφικούς ναούς ο πιο εντυπωσιακός είναι ο ημιβραχώδης της βασίλισσας Χατσεψούτ στην Ντέιρ ελ-Μπάχρι (18η δυναστεία), που αποτελείται από τρία επίπεδα αναβαθμίδων με στοές, με υποστυλώματα σε πολυγωνικά σχήματα και από ένα εσωτερικό ιερό με ναΐσκους σκαμμένους στον βράχο.
Από τον ταφικό ναό του Αμενχοτέπ Γ’ (18η δυναστεία), στους πρόποδες της Κοιλάδας των Βασιλιάδων σώζονται τα δύο κολοσσιαία αγάλματα της εισόδου, οι λεγόμενοι Κολοσσοί του Μέμνωνος. Στη ζώνη αυτή, υπερφορτωμένους ρυθμούς παρουσιάζουν οι ταφικοί τύμβοι των Ραμσή, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει το Ραμσείο του Ραμσή του Μεγάλου. Ο πλούσιος ναός του Ραμσή Γ’ στη Μεντίνετ Χαμπού έχει έναν πρωτότυπο πύργο εισόδου, εμπνευσμένο από τα παλαιστινιακά φρούρια.
Η αρχιτεκτονική των ανακτόρων, που κατασκευάζονταν από εύθραυστα τούβλα, ξεχωρίζει προπάντων στην κατοικία που έχτισε ο αιρετικός Αχενατόν, δηλαδή ο Αμένοφις Δ’ στην εφήμερη πρωτεύουσα Ελ-Αμάρνα, που τώρα πια είναι κατεστραμμένη, όπως και ο αφιερωμένος στον Ατόν, ηλιακό θεό, ναός που αποτελούσε ένα δίκτυο από αυλές, η τελευταία από τις οποίες περιείχε τον βωμό του Ηλίου. Για να γνωρίσουμε όμως την επαναστατική τέχνη της Ελ-Αμάρνα πρέπει να στραφούμε στη γλυπτική. Ο εκλεπτυσμός της θηβαϊκής αυλής ενέπνευσε στη γλυπτική νέα κομψότητα, που τονίστηκε περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μεγάλη εξπρεσιονιστική επανάσταση της Ελ-Αμάρνα που επέβαλε ο Αχενατόν ως λατρεία της αλήθειας, η οποία εξωθήθηκε έως την παραμόρφωση: είναι το στιλ των κολοσσιαίων κεφαλιών του βασιλιά και των προσωπογραφιών της βασίλισσας Νεφερτίτης. Στα τέλη του Βασιλείου, το στιλ αυτό στρέφεται σε νέες αναζητήσεις κομψότητας που συγκεντρώνονται στο περίφημο κεφάλι της Νεφερτίτης (Μουσείο Βερολίνου) και στην αγαλματοποιία του διαδόχου και γαμπρού του Αχενατόν, Τουταγχαμόν, που αποκατέστησε την παλιά θρησκευτική και λατρευτική τάξη.
Οι μεγαλοπρεπείς ναοί και οι εκτεταμένοι και περίπλοκοι τάφοι προσφέρουν ανεξάντλητο χώρο στους διακοσμητές: τώρα πια και τα υποστυλώματα του ναού είναι επενδεδυμένα με εξώγλυφα και εσώγλυφα. Οι εξωτερικές ζώνες του ιερού συγκροτήματος είναι αφιερωμένες σε σκηνές πολέμου, στην εξύμνηση δηλαδή των νικών του φαραώ, ενώ οι εσωτερικοί χώροι προορίζονται για τις σκηνές λατρείας. Η αφηγηματική-εγκωμιαστική αυτή καλαισθησία φτάνει στο αποκορύφωμά της στη 19η δυναστεία, με τους πολέμους των Σέτι Α’, Ραμσή Β’ και Γ’ στους ναούς του Λούξορ, του Καρνάκ, της Αβύδου, του Αμπού Σίμπελ και της Μεντίνετ Χαμπού. Η τέχνη αυτή έχει τα αριστουργήματά της στα ανάγλυφα και στα ζωγραφικά έργα του τάφου του Ραμσή. Η κομψότητα και η περιγραφική καλαισθησία τονίζονται στους ζωγράφους των τάφων των Κεναμόν, Ρεχμίρε, Τζεσερκαρενσόμπ, Ναχτ και Μενένε και φτάνουν στο αποκορύφωμά τους με τον μεγαλοφυή ζωγράφο του τάφου του Νεμπαμόν.
Η παρακμή της τέχνης του τελευταίου βασιλείου. Κατά την περίοδο των τελευταίων δέκα φαραωνικών δυναστειών, οι περιπέτειες που προκάλεσαν η ασσυριακή και η περσική κυριαρχία και η προσωρινή μετάθεση της πρωτεύουσας στα Νάπατα του Σουδάν, υπό την 25η αιθιοπική δυναστεία, επιβράδυναν σημαντικά την οικοδομική δραστηριότητα, που περιορίστηκε κυρίως σε προσθήκες στοών και άλλων στοιχείων στους αρχαίους ναούς, ιδιαίτερα του Καρνάκ και του Λούξορ. Υπό τους Λίβυους βασιλείς της 22ης δυναστείας εμφανίζεται ένα στοιχείο που έμελλε να γνωρίσει μεγάλη τύχη στους πτολεμαϊκο-ρωμαϊκούς χρόνους: το χαμηλό μεταπύργιο που συνέδεε τους κίονες των περιστυλίων (μικρός ναός του Άμμωνα στην Ελ-Χίμπα).
Πολύ λίγα ξέρουμε για τα οικοδομήματα της 26ης σαϊτικής δυναστείας (περ. 663 – περ. 525 π.Χ.), που ανέδειξε όμως δραστήριους καλλιτέχνες οι οποίοι προσπάθησαν να αναβιώσουν το μεγάλο αιγυπτιακό παρελθόν. Η δυναστεία αυτή έδωσε το όνομά της στο κιονόκρανο όλης της τελευταίας περιόδου, που το αποτελούσαν μοτίβα παπύρου και ίριδας. Περσικό υπόλειμμα είναι ο ναός του Άμμωνα που έχτισε ο Δαρείος Α’ στην όαση Ελ-Χάργκα. Αληθινή όμως αναβίωση της οικοδομικής δραστηριότητας σημειώθηκε μόνο κατά την 30ή δυναστεία, όταν ο Νεκτάνεβι Β’ άρχισε την ανοικοδόμηση του ναού των Φιλών.
Το νέο ελληνικό βασίλειο που δημιουργήθηκε στην Α. από τον Πτολεμαίο, γιο του Μακεδόνα στρατηγού Λάγου, σημειώνει μια εποχή λαμπρής αναγέννησης σε όλους τους τομείς της τέχνης. Στα οικοδομήματα καθαρά ελληνικής τεχνοτροπίας της νέας πρωτεύουσας Αλεξάνδρειας (το βασιλικό ανάκτορο, η Βιβλιοθήκη και ο Φάρος· βλ. λ. Αλεξάνδρεια) αντιπαρατίθενται μεγαλόπρεπα επιτεύγματα, στα οποία το αιγυπτιακό πνεύμα εμφανίζεται αναγεννημένο με νέους σκοπούς πολλαπλής μεγαλοπρέπειας. Στα πτολεμαϊκά ιερά τις Ίσιδας, στις Φίλες, με την επανάληψη των πυλώνων και των ιερών, όπως εκείνα του Ώρου στην Ιντφού και της Αθώρ στη Δανδάρα, το παραδοσιακό σχέδιο εμπλουτίστηκε από την τάση να υπάρχει σε κάθε ζώνη του ιερού ένας δικός της κτιστός περίβολος, με περιοχές τη μία μέσα στην άλλη, έως την πιο μυστική του ιερού.
Η παραγωγή των πρώτων δυναστειών της τελευταίας περιόδου δεν είναι παρά η συνέχιση των υστεροραμσιδικών τρόπων, όπως για παράδειγμα στα ανάγλυφα της αίθουσας των Bουβαστιδών του ναού της Ελ-Χίμπα. Με την αιθιοπική δυναστεία φιλοτεχνούνται βασιλικές προσωπογραφίες ρωμαλέου ρεαλισμού, που έχουν γίνει με εξαιρετική τεχνική λείανσης της επιφάνειας (κεφαλή του Ταχάρκα και αγάλματα του Μεντεμχέτ στο Μουσείο του Καΐρου). Το στιλ αυτό συνεχίζεται στα κεφάλια-προσωπογραφίες της δυναστείας των σαϊτών βασιλιάδων. Η σαϊτική δυναστεία προάγει τον συνειδητό αυτόν ακαδημαϊσμό, που συνδέεται με την επανεπεξεργασία της γλυπτικής του παρελθόντος, η οποία οδηγεί στο αφηρημένο νεομεμφιτικό στιλ.
Κατά την τελευταία περίοδο του αιγυπτιακού βασιλείου συνεχίζονται οι διακοσμήσεις των θηβαϊκών τάφων, που τώρα πια είναι ιδιωτικού χαρακτήρα. Εξώγλυφα με χαμηλή προεξοχή διακοσμούσαν με άκαμπτο τρόπο τα νέα βασιλικά ταφικά ανάκτορα. Συχνά αντιγράφονταν κατά γράμμα τα παλαιά έργα και ακόμα και στις γραφικές τέχνες κυριαρχεί η νεομεμφιτική τάση, που ενθαρρύνθηκε από τους σαΐτες βασιλιάδες. Στα ανάγλυφα όμως της 30ής δυναστείας παρατηρείται μια νέα πλαστική ζωτικότητα, στην οποία διακρίνεται η ελληνική επίδραση.
Η κοπτική τέχνη. Αφού εδραιώθηκε αρχικά στο περιβάλλον μιας ηθελημένης επιστροφής στην τοπική καλλιτεχνική παράδοση, ως αντίσταση (ιδιαίτερα από μέρους των μοναστικών κέντρων της Άνω και Μέσης Α.) στην ελληνιστική κουλτούρα των μεγάλων κέντρων όπως η Αλεξάνδρεια, η κοπτική τέχνη επηρεάζεται με τη σειρά της από πολυάριθμους παράγοντες: τον ίδιο τον ελληνισμό, την τέχνη του Βυζαντίου, της Συρίας καθώς και, σε διαφορετικό μέτρο, της Περσίας και της Μεσοποταμίας, όπως επίσης –σε άλλη εποχή– της αραβικής· αυτό καθιστά μέχρι σήμερα αρκετά δύσκολη την ακριβή γνώση μερικών πλευρών της. Τυπικά χαρακτηριστικά είναι το τονισμένο στιλιζάρισμα και η αυστηρή συνθετική ακαμψία: αρχιτεκτονικά σχέδια μεγάλης απλότητας, μερικές φορές με τριπλή αψίδα (όπως στην Ερυθρά Μονή κοντά στη Σοχάγκ). Η μετωπικότητα των αγαλμάτων, αρχικά πλαστικών και ύστερα πιο άκαμπτα στιλιζαρισμένων και ο ζωγραφικός διάκοσμος των εκκλησιών –που κατά μεγάλο μέρος όμως καταστράφηκαν στους ισλαμικούς χρόνους– στον οποίο εμφανίζεται ο πρωτότυπος συνδυασμός καθαρών χρωμάτων (γαλάζιου, κόκκινου και κίτρινου) που αναπαράγονται και στα υφάσματα (άφθονα δείγματα υπάρχουν στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου) είναι βασικά στοιχεία της κοπτικής τέχνης. Σπουδαία υπήρξε η παραγωγή αντικειμένων από ελεφαντόδοντο, στα οποία είναι συχνές οι ειδωλολατρικές απεικονίσεις. Χαρακτηριστικά δείγματα βρέθηκαν στην Α. (χτένες της Αντινοούπολης, Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου).
Η ισλαμική τέχνη. Τα πιο παλαιά ισλαμικά κτίρια, της εποχής της κατάκτησης και των πρώτων Ομεϊάδων κατακτητών, φανερώνουν μεγάλη προσκόλληση στην τοπική κοπτική παράδοση, με μερικά στοιχεία συριακής προέλευσης. Το μεγαλόπρεπο τζαμί Αμρ, που χτίστηκε από τον κατακτητή της Α. στην Αλ-Φουστάτ (Παλαιό Κάιρο) και στη συνέχεια υπέστη μετατροπές, είναι υπόστυλου τύπου με κεντρική αυλή και πυλώνες, που υιοθετήθηκε από την πρωτοϊσλαμική τέχνη λόγω της επίδρασης ανατολικών και φαραωνικών περίστυλων αιθουσών.
Το 969, οι βερβερικής προέλευσης Φατιμίδες αποσπούσαν την Α. από τους Ιχσιδίτες και ίδρυαν ένα χαλιφάτο που ανταγωνιζόταν το χαλιφάτο της Βαγδάτης, με πρωτεύουσα το Κάιρο (αλ-Κάχιρα, δηλαδή θριαμβευτής), κοντά στην Αλ-Φουστάτ. Τον τυπικό πλούτο των Φατιμιδών ανταγωνίζονταν τόσο η τουλουνιδική παράδοση της Αλ-Φουστάτ, όσο και ορισμένες αγλαβιτικές αναμνήσεις της Καϊρουάν και της Βερβερίας, καθώς και μερικά στοιχεία της Συρίας και προπάντων της Περσίας, που ήταν και αυτή σιιτική. Στο τζαμί συνεχίστηκε το πρότυπο με υπόστυλη αίθουσα, με κλίτη παράλληλα προς τον τοίχο του βάθους· τέτοιο είναι το πρώτο φατιμιδικό τζαμί του Καΐρου, το τζαμί αλ-Άζχαρ, που θεμελιώθηκε από τον πρώτο χαλίφη το 970 και αποπερατώθηκε δύο χρόνια αργότερα, το 972. Στο τζαμί του τέταρτου χαλίφη, αλ-Χάκιμ (990-1013), εμφανίζεται μια μνημειακή είσοδος όμοια με εκείνη του τζαμιού του αλ-Μαχντίγια. Το θαυμάσιο φατιμιδικό ανάκτορο του Καΐρου καταστράφηκε· παραμένουν οι τρεις μνημειακές πύλες του τείχους του 1060, Μπαμπ αλ-Νασρ, Μπαμπ αλ-Φουτούχ και Μπαμπ Zουάιλα, στις οποίες εδραιώνεται η επίδραση των συροβυζαντινών οχυρώσεων, με πέρασμα εισόδου ανάμεσα σε προεξέχοντες πύργους και επάλξεις. Οι φατιμιδικοί τάφοι-μαυσωλεία, που βρίσκονται κοντά στην Αλ-Φουστάτ, αποτελούνται από ένα επίπεδο με τετραμέτωπη αψίδα (αρχικά ανοιχτή και ύστερα κλεισμένη από παραπετάσματα και εφοδιασμένη με μιχράμπ) και από έναν ανώτερο ορθογώνιο ταφικό θάλαμο, πάνω στον οποίο υπάρχει τύμπανο και τρούλος. Άλλοι τάφοι με τρούλο, μεταγενέστερης εποχής, έχουν διάδρομο στις τρεις πλευρές, και τρεις μιχράμπ. Η ζωγραφική εκδηλώνεται στη διακόσμηση των οροφών με σκηνές συμποσίων και μουσικών συγκεντρώσεων, που επιτρέπονταν από το ελεύθερο σιιτικό πνεύμα.
Η τέχνη των Αγιουβιτών, που κατέκτησαν την Α. το 1171 με τον μεγάλο Σύρο στρατηγό Σαλαδίνο, συνέχισε τη φατιμιδική παράδοση. Ωστόσο ο Σαλαδίνος, που ήταν ορθόδοξος σουνίτης, εισήγαγε τον μεντρεσέ, τη θεολογική σχολή με σχέδιο σταυρού περσικού τύπου, από την οποία διατηρούνται μονάχα μαμελουκικά δείγματα. Ο μεντρεσές γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξή του στη μαμελουκική εποχή: το σχέδιο σταυρού συντίθεται από τέσσερις μεγάλες αίθουσες με μνημειακή αψιδωτή είσοδο ιουάν, διατεταγμένες στις τέσσερις πλευρές μιας ακάλυπτης αυλής. Στις γωνίες ανάμεσα στις τέσσερις ιουάν, μία από τις οποίες χρησιμεύει ως αίθουσα προσευχής, βρίσκεται ο χώρος των τεσσάρων κολεγίων του σουνιτικού τυπικού. Αυτό είναι το πρότυπο μεντρεσέ του Μπαϊμπάρς (1262) και εκείνου του σουλτάνου αλ-Χάσαν, που, όπως πολλοί άλλοι μεντρεσέδες, έχει επίσης ταφικό προορισμό, με μαυσωλείο πίσω από την κυριότερη ιουάν. Το σχέδιο σταυρού μιμήθηκαν τα μοναστήρια, και μερικές φορές τα τζαμιά, που ωστόσο ακολούθησαν κατά προτίμηση το πρότυπο με κλίτη με τρούλο, όπως το μεγάλο τζαμί του αζ-Zάχιρ Μπαϊμπάρς (1266-69) και τα τζαμιά των Bουργιτών Μαμελούκων (15ος αι.). Ανάμεσα στις πιο ζωηρές εκφράσεις της μαμελουκικής εποχής είναι οι τάφοι των χαλίφηδων έξω από το Κάιρο, με τον συνηθισμένο ωοειδή τρούλο με αιχμές.
Η διαδικασία της μετάβασης στον ρυθμό μπαρόκ τονίστηκε κατά την τουρκική περίοδο, όταν οι Οθωμανοί το 1517 έκαναν την Α. επαρχία της αυτοκρατορίας της Υψηλής Πύλης της Κωνσταντινούπολης. Τα τζαμιά υιοθέτησαν τότε το οθωμανοβυζαντινό πρότυπο με την τεράστια αίθουσα μετά τρούλου, με μικρούς τρούλους και μικρότερους ημιτρούλους, και με λεπτούς μιναρέδες με κωνικό άκρο· του τύπου αυτού είναι το τζαμί του Σουλεϊμάν πασά (1528). Η παράδοση των λαμπρών Μαμελούκων κατασκευαστών διατηρήθηκε έως τον 17ο αι., στα τζαμιά του Ακ Σουνκούρ και του ελ-Μπορντέινι.
Τον 18ο και 19ο αι. οι επιδράσεις του μπαρόκ και του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού εκφύλισαν το αρχικό αιγυπτοϊσλαμικό στιλ, με αποτελέσματα είτε πολύ υπερβολικά (κρήνες ροκοκό) είτε τελείως ακαδημαϊκά, όπως στο τζαμί του Μοχάμετ Άλι (τέλη 18ου αι.), στο οποίο το οθωμανικό πρότυπο έχει αποκρυσταλλωθεί σε νεοκλασικοϊταλικές τροποποιήσεις. Ωστόσο, στα νεότερα χρόνια υπάρχει κάτι παραπάνω από μια συνειδητή επιστροφή στο μαμελουκικό στιλ, το οποίο, επειδή κατάφερε να μεταφέρει σε ένα επίπεδο εκφραστικού πλούτου το αιγυπτοϊσλαμικό πνεύμα, αποτελεί, αν όχι την πιο καθαρά τυπική έκφραση, σίγουρα πάντως την πιο υποδειγματική της μουσουλμανικής Α.Το Πατέ-Παλάς, η πρώτη αιγυπτιακή κινηματογραφική αίθουσα, άνοιξε το 1905 στην Αλεξάνδρεια από τον Γάλλο Ζ. ντε Λαγκαρέν, ο οποίος ασχολήθηκε επίσης με την παραγωγή επίκαιρων ντοκιμαντέρ, ανάμεσα στα οποία το Γυρίζοντας την Αλεξάνδρεια. Αλλά ο πραγματικός αιγυπτιακός κινηματογράφος γεννήθηκε το 1927, με το φιλμ Λαϊλά του Αχμέτ Γκαλάλ, και τον επόμενο χρόνο με το φιλμ Zεϊνάμπ, γυρισμένο από τον θεατρικό παραγωγό Γιουσούφ Ουάχμπι, το οποίο ήταν εμπνευσμένο ρεαλιστικά από τη ζωή των βαμβακοκαλλιεργητών. Για χρόνια πριν από την εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου, η παραγωγή περιοριζόταν στο να εκμεταλλεύεται το τοπικό φολκλόρ με μελοδραματικές ερωτικές ιστορίες· για παράδειγμα αναφέρουμε τα φιλμ του Ουιντάτ Ούρφι Η φλογισμένη έρημος και Κάτω από τον ουρανό της Α.
Το πρώτο φιλμ με ήχο ήταν Το τραγούδι της θάλασσας (1932), που γυρίστηκε από τους αδελφούς Μπέχνα, ιδρυτές της πρώτης εταιρείας διάδοσης αιγυπτιακών φιλμ στην ανατολή. Το δεύτερο φιλμ με ήχο, Οι γιοι του μπαμπά (1933), που γυρίστηκε στο Παρίσι από τον Μοχάμετ Καρίμ και τον Γιουσούφ Ουάχμπι, γνώρισε τεράστια επιτυχία και αποτέλεσε την αρχή μιας αρκετά μεγάλης παραγωγής που είχε για αποκλειστικό θέμα της το μελόδραμα: ερμηνευμένο από περίφημους τραγουδιστές, όπως ο Μοχάμετ Αμπντ αλ-Ουαχάμπ, πρωταγωνιστής του φιλμ Το άσπρο τριαντάφυλλο (1933) ή η Ουμ Καλσούμ που σημείωσε μεγάλη επιτυχία στο Φάτιμα (1940).
Η πορεία αυτή συνεχίστηκε, όπως δείχνουν τα φιλμ του Μοχάμετ Καρίμ (Μια ευτυχισμένη μέρα, Όνειρα αγάπης και Ο ευτυχισμένος κόσμος), έως τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, με μια τόσο μεγάλη παραγωγή (ποσοτικά) που τοποθέτησε τον αιγυπτιακό κινηματογράφο στην τρίτη θέση (μετά τις ΗΠΑ και την Ινδία) σε αριθμό ταινιών που γυρίζονταν ετησίως και παρά το ότι το 1939 ο Καμάλ Σαλίμ είχε δείξει έναν καινούργιο δρόμο με το έργο Η θέληση. Η τελευταία αυτή ταινία ξεχώριζε για τον ρεαλισμό με τον οποίο μετέδωσε στην οθόνη μια απεργία καθηγητών πανεπιστημίου που δεν πληρώνονταν καλά.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο η αιγυπτιακή παραγωγή στράφηκε αποκλειστικά σε τρία είδη: στην ηθογραφική ταινία, στη μουσική κωμωδία και στις σύγχρονες κοινωνικές ταινίες. Τα δύο πρώτα είδη αφορούν κυρίως ταινίες με στοιχειώδη θέματα, στα οποία επικρατεί καθαρά το μουσικό μέρος, με βάση τελετουργικά τραγούδια και χορούς. Ο τρόπος αυτός γυρίσματος ταινιών περιόριζε όλο και πιο πολύ την αιγυπτιακή κινηματογραφία στον αραβικό κόσμο και μόνο, τον μοναδικό σε θέση να εκτιμήσει τις αμέτρητες μονωδιακές τροποποιήσεις του Μοχάμετ Αμπντ αλ-Ουαχάμπ, για πολύ μεγάλο διάστημα αδιαφιλονίκητο είδωλο του αιγυπτιακού κοινού σε φιλμ γυρισμένα από τον Καρίμ, όπως τα Απαγορεύεται η αγάπη (1941), Μια σφαίρα στην καρδιά (1945), Δεν είμαι άγγελος (1946). Η επιτυχία του Αμπντ αλ-Ουαχάμπ κληρονομήθηκε από τον ηθοποιό και τραγουδιστή Φαρίντ αλ-Ατράς, στα φιλμ του οποίου ο μελοδραματισμός παραχωρεί τη θέση του σε μια πιο γρήγορη δράση, στο πρότυπο των μιούζικαλ του Χόλιγουντ. Ανάμεσα στις ηθογραφικές ταινίες αξίζει να αναφέρουμε τον κύκλο που ήταν αφιερωμένος στον πολεμιστή και ποιητή Αντάρ (ιδιαίτερα, Οι περιπέτειες του Αντάρ και Αμπλάχ του Σαλάχ Αμπού Σαΐφ, που παίχτηκε στις Κάνες το 1949). Άλλοι σκηνοθέτες, αντίθετα, μεταφέρουν στην οθόνη τις μυθικές περιπέτειες του έπους Χίλιες και μία νύχτες, αλλά πρόκειται για ταινίες με στοιχειώδη θέματα στα οποία επικρατεί καθαρά το μουσικό μέρος, με βάση τελετουργικά τραγούδια και χορούς.
Τον δρόμο που άνοιξε ο Καμάλ Σαλίμ ακολουθούν εκείνοι που μπορούν να θεωρηθούν οι καλύτεροι σκηνοθέτες του κινηματογράφου του Καΐρου. Ο πρώτος είναι ο Σαλάχ Αμπού Σαΐφ, η κοινωνική παραγωγή του οποίου άρχισε το 1946 με το Πάντοτε στην καρδιά μου, για να αναπτυχθεί όχι πάντα με επιτυχία στα έργα Αναζητώ την ελευθερία (1952), Μάστρο-Χάσαν (1952), Το τέρας (1955), Η νεότητα μιας γυναίκας (1956, βραβείο κριτικής στις Κάνες), Δεν κοιμάμαι (1961, βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα της Σαγκάν), Το Κάιρο του ’30 (1966), και Διαδικασία ’68 (1968), φιλμ που αντικατοπτρίζουν την πραγματοποιούμενη μεταμόρφωση στην αιγυπτιακή κοινωνία, στην οποία ο λαός της υπαίθρου ή το υποπρολεταριάτο των πόλεων μόλις θίγεται από τα ιστορικά γεγονότα.
Μια διακοπή της συνέχειας των κοινωνικών ταινιών αποτελεί ο Γιουσούφ Σαχίν, που γύρισε μελοδράματα όπως το Στην αγκαλιά σου (1959) ή το Ένας άντρας στη ζωή μου (1961) και φιλμ κοινωνικού περιεχομένου που περιγράφουν τη ζωή των χωρικών και των ναυτικών, όπως τα Γιος του Νείλου (1951), Αγρυπνία στο ποτάμι (1954), Κεντρικός σταθμός (1958), Τζαμίλα η Αλγερινή (1959), Η εκλογή (1969) και Η γη (1971), βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα του Αμπντ αρ-Ραχμάν ας-Σαρκάουι.
Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της δεκαετίας του 1960 αξίζει να αναφέρουμε τον Ταουφίκ Σαλάχ, που προώθησε τον διάλογό του για την ταξική πάλη με τέτοια συνέπεια και σταθερότητα ώστε να υποστεί την αυστηρότητα της πολιτικής λογοκρισίας στην αρχή και την εξορία ύστερα, και του οποίου αναφέρουμε τις ταινίες Οι επαναστάτες (1967) και Το ημερολόγιο ενός δικαστή της υπαίθρου (1968), καθώς και τον Σάντι Αμπντέλ Σαλάμ, που με το έργο Η μούμια (1958) και το μικρού μήκους φιλμ Ο εύγλωττος χωρικός έδωσε μια σύγχρονη στιλιστική στροφή στον κινηματογράφο της χώρας του.Αρχαιότατες είναι οι μαρτυρίες του μουσικού πολιτισμού των Αιγυπτίων, ο οποίος σε όλη τη διάρκειά του φαίνεται σαν να περνά από όλα τα στάδια της μουσικής εμπειρίας, από τις μυθολογικές και μαγικές απαρχές έως τις εκδηλώσεις της πιο πολιτισμένης και καλλιεργημένης τέχνης. Λέγεται πραγματικά πως η μουσική κατάγεται από τον Όσιρι, κύριο του σείστρου, ο οποίος δίδαξε στον κόσμο τις τέχνες του πολιτισμού προσθέτοντας στα λόγια το τραγούδι και κάθε είδους μουσική. Προστάτης θεός της μουσικής ήταν ο Βες ή Βιζού, προστάτης και του χορού. Αυτή η θεία καταγωγή που αποδιδόταν στη μουσική ικανοποιούσε αυτή καθαυτή τη μουσική απαίτηση καθώς και την απαίτηση μιας μαγικής προέλευσης της τέχνης των ήχων, που ποτέ δεν λησμονήθηκε στον αιγυπτιακό πολιτισμό. Τα ίδια τα αρχαία όργανα στολίζονταν με σύμβολα (συχνά εικόνες ζώων: ο γάτος, το φίδι, το τσακάλι) που θύμιζαν μια προϊστορική μαγεία. Η αρχαία ονομασία herw (φωνή) που συνήθως αποδιδόταν στους ήχους, θυμίζει πως η πιο μακρινή μουσική πράξη βασιζόταν στην ανθρώπινη φωνή, δηλαδή στο τραγούδι, που αρχικά ήταν αποκλειστικό προνόμιο των ιερέων και αργότερα επιτράπηκε και στις γυναίκες. Από αυτά τα αρχαία τραγούδια έχουμε ίχνη στους θρήνους για την Ίσιδα και τη Νεύθυ, θεότητες που με την ευκαιρία των τελετών παριστάνονταν από ιέρειες που στολίζονταν με το κατεξοχήν θείο όργανο, το σείστρο. Ο λαός επιτρεπόταν να παρακολουθεί τις λειτουργικές εκδηλώσεις μόνο μία φορά τον χρόνο, οπότε γίνονταν μεγαλοπρεπείς πομπές στις οποίες συμμετείχαν χιλιάδες άτομα μέσα σε ένα παραλήρημα ηχητικής μέθης, που την υποδαύλιζαν οι ήχοι των σείστρων και των αυλών.
Η μορφή του μουσικού –αοιδού, οργανοπαίκτη, χορευτή– επιβλήθηκε κατά την 4η δυναστεία, τον 26ο αι. π.Χ., που ήδη ήταν πλούσιος σε κοσμικές μουσικές εκφράσεις. Η θεία καταγωγή που αποδιδόταν στη μουσική διασφάλισε πάντα την υψηλή στάθμη του αιγυπτιακού μουσικού πολιτισμού, που αναγνωρίστηκε από τους ιστορικούς και τους φιλοσόφους της αρχαιότητας. Στη μουσική εμπειρία αποκρυσταλλωνόταν μια κοινή απαίτηση κοινωνικής ζωής, που να ικανοποιείται σε όλες τις στιγμές της ανθρώπινης ζωής, από το λίκνο έως τον τάφο. Πραγματικά, δίπλα στη θρησκευτική μουσική άνθησε η στρατιωτική, η ερωτική, η βουκολική των βοσκών και των αλωνιστών. Συνήθως, κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου είχε την αντίστοιχη μουσική της μεταστοιχείωση και τα ιδιαίτερά της όργανα. Η καλλιεργημένη μουσική τεχνική της αρχαίας Α. είναι εξάλλου η έκφραση μιας ακριβής αισθητικής και ηθικής θέσης (οι ήχοι εξακολουθούν να είναι πάντοτε το σύμβολο μιας υπερβατικής ζωής), καθώς και ενός χιλιόχρονου αρμονικού συστήματος που καθρεφτίζει τη διάταξη του σύμπαντος. Οι ήχοι ήταν επτά και αυτός ο αριθμός απαντά στις χορδές της άρπας, στον αριθμό των επίσημων αρπιστών και αυλητών, χωρίς φυσικά να αποκλείονται οι αστρολογικές συσχετίσεις (οι μέρες της εβδομάδας, οι επτά πλανήτες κλπ.).
Η προσαρμογή στον δυτικό πολιτισμό έγινε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. με την ίδρυση στο Κάιρο μουσικών σχολών και ορχηστρών. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αι., η ανάγκη να διαφυλαχτεί η παράδοση και η αρχαία κληρονομιά, που είχε τονιστεί από τα αρχαιολογικά ευρήματα, οδήγησε στην ίδρυση πολυάριθμων σχολών που είχαν ειδικευτεί στην ανατολική και ντόπια μουσική, που επιμελήθηκαν την έρευνα, τη συγκέντρωση και την ιστορική της ταξινόμηση. Παράλληλα με ιδρύματα συνδεδεμένα με το δυτικό ρεπερτόριο (όπως το Θέατρο της Όπερας του Καΐρου, για το οποίο ο Βέρντι έγραψε το 1871 την Αΐντα), ιδρύθηκαν και άλλα, όπως η Σχολή Ανατολικής Μουσικής (1925), και το Ίδρυμα Ανατολικής Μουσικής (1929), που ευνόησαν ξανά τη χρησιμοποίηση τοπικών εκφραστικών μορφών.Η αρχαία θρησκεία. Οι αιγυπτιακές θρησκευτικές δοξασίες δεν προσφέρονται για μια οργανική και συστηματική παρουσίαση. Οι λόγοι είναι ποικίλοι: ο γεωγραφικός κατακερματισμός της Α., η εναλλαγή γεγονότων και αντιλήψεων και, τέλος, ο θεμελιώδης θρησκευτικός εκλεκτισμός των Αιγυπτίων, που ήταν έτοιμοι να δεχτούν δοξασίες φαινομενικά αντίθετες μεταξύ τους και να διατηρήσουν άλλες που είχαν ήδη ξεπεραστεί. Εκτός από τις διηγήσεις των κλασικών συγγραφέων, που συχνά διαστρέβλωναν το αληθινά θρησκευτικό φαινόμενο, υπάρχουν ντόπιες πηγές: κείμενα ή απεικονιστικά μνημεία. Ανάμεσα στα σπουδαιότερα κείμενα νεκρικού χαρακτήρα είναι, κατά χρονική σειρά, τα Κείμενα των Πυραμίδων, τα Κείμενα των Σαρκοφάγων και το Βιβλίο των Νεκρών, συλλογές εξαιρετικά ανομοιογενείς, που περιέχουν μαγικούς ή αναθηματικούς τύπους, τυπικά τελετουργιών, ύμνους κ.ά. και στην αρχή προορίζονταν μόνο για τον ηγεμόνα, αργότερα όμως πέρασαν και στους ιδιώτες. Ανάμεσα στα μη νεκρικού χαρακτήρα κείμενα υπάρχουν μυθολογικά και μαγικά, ύμνοι σε θεότητες και, τέλος, λογαριασμοί ναών, αφιερώσεις, ιστορικές επιγραφές ή εξηγήσεις σχετικά με την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων ή τα περιστατικά της μυθολογίας.
Ο γεωγραφικός κατακερματισμός συνετέλεσε στην εμφάνιση από την προδυναστική κιόλας εποχή μιας σειράς τοπικών θεοτήτων, η αρχική όψη των οποίων συχνά τροποποιήθηκε ύστερα από διάφορα ιστορικά γεγονότα. Για παράδειγμα, ο θεός μιας πόλης που είχε νικηθεί ήταν δυνατό να αντικατασταθεί από τον θεό της νικήτριας πόλης, αλλά μπορούσε επίσης να μείνει δίπλα σε αυτόν, σε θέση βέβαια κατώτερη. Μερικοί θεοί είχαν όψη ζώου ή ανθρώπου με κεφάλι ζώου, ίσως περισσότερο ως δείγμα του υπεράνθρωπου χαρακτήρα τους (συχνά η ίδια η ονομασία του ζώου είναι επίθετο που δηλώνει την όψη ή την ιδιότητά του) παρά ως ανάμνηση μιας αρχικής τοτεμικής λατρείας. Πολλά ζώα θεωρούνταν θεία όντα ή ενσάρκωση θεών, γι’ αυτό τα σέβονταν ιδιαίτερα και μετά τον θάνατό τους τα ταρίχευαν και τα έθαβαν. Τέτοια ζώα ήταν ο ταύρος Άπις στη Μέμφιδα, ο κριός στη Μένδη, και ακόμα το γεράκι, η ίβις, ο μπαμπουίνος, ο κροκόδειλος, η γάτα, ο ιπποπόταμος και ακόμη μερικά είδη φιδιών.
Υπάρχουν έτσι, προχωρώντας από τα νότια προς τα βόρεια: στην Ελεφαντίνη ο θεός Χνουμ (Χνούφις) με κεφάλι κριού, φύλακας των νερών του Νείλου και προικισμένος με δημιουργικές ικανότητες, με τις δύο θεές Σατί και Ανουκέ· στην Εντφού ο θεός γεράκι Ώρος, στο Ελ Καμπ η θεά γύπας Νεχβίτ, στην Ιεράκων Πόλη (Νεαέν) μια άλλη μορφή του Ώρου, στις Θήβες ο πολεμικός θεός Μοντ, που εκτοπίστηκε ύστερα από τον Άμμωνα και τη σύζυγό του Μουτ. Στην πόλη Κοπτό, κοντά στον δρόμο των καραβανιών που οδηγούσε στην Ερυθρά θάλασσα, λάτρευαν τον Μιν, ιθυφαλλικό θεό με ανθρωπόμορφο κεφάλι από την αρχή, που τον λάτρευαν επίσης και στην Αχμίν, στην Ντέντερα (Τέντυρα) τη θεά Αθώρ, που την παρίσταναν συχνά ως αγελάδα· θεοί με μορφή σκύλου, προστάτες των νεκρών, ήταν αντικείμενα λατρείας στην Άβυδο, στην Κυνόπολη, στη Σιούτ (Λυκόπολη) με τα ονόματα Χοντ Αμεντί (ο πρώτος των δυτικών), Άνουβις και Ουπ Ουαβέτ (αυτός που ανοίγει τους δρόμους), αντίστοιχα. Στην Ερμού πόλιν (το σημερινό Ασμούν) λάτρευαν τον Θωθ, θεό της σοφίας και της σελήνης, που τον παρουσίαζαν άλλοτε ιβιοκέφαλο και άλλοτε κυνοκέφαλο. Στο Φαγιούμ, ζώνη λιμνών όπου η 12η δυναστεία πραγματοποίησε εγγειοβελτιωτικά έργα, λάτρευαν έναν θεό-κροκόδειλο, τον Σομπέκ (Σούχος), στη Μέμφιδα τον Φθα, προστάτη των τεχνιτών, τη σύζυγό του Σεχμέτ (Σάχμις) με κεφάλι λέαινας και τον γιο τους Νεφερτούμ, που αρχικά ήταν άνθος λωτού. Στη Σάιδα, τοπική θεότητα ήταν η Νεΐθ, στη Βούσιρη ο Όσιρις και στη Βουτώ η Ίσις. Υπήρχαν επίσης πολλές κατώτερες θεότητες. Άλλες θεότητες, αν και τις λάτρευαν ειδικά σε ορισμένες πόλεις, είχαν πιο καθολικό χαρακτήρα, γι’ αυτό είναι δύσκολο να τις ονομάσουμε τοπικές. Τέτοιες ήταν οι κοσμογονικές θεότητες Ρα (ο Ήλιος), Σαμπ και Νουτ (η Γη και ο Ουρανός), οι μεγάλες νεκρικές θεότητες όπως ο Όσιρις και η Ίσις, και οι εθνικοί θεοί, όπως ο Ώρος και ο Άμμων.
Μερικές πόλεις είχαν αναπτύξει ένα δικό τους θεολογικό σύστημα, που απέβλεπε να εξηγήσει τις αρχές και τον προορισμό του σύμπαντος. Στην Ηλιούπολη αυτό το σύστημα είχε επίκεντρο τον Ατούμ, που πολύ σύντομα ταυτίστηκε με τον Ρα (Ατούμ-Ρα = ο πλήρης) με τον οποίο ήταν συνδεδεμένοι οι άλλοι οκτώ θεοί που είχαν γεννηθεί διαδοχικά. Ο Ατούμ γέννησε τον Σου (αέρας) και την Τεφνούτ (ίσως η θηλυκή υπόσταση του Σου) και από αυτούς γεννήθηκαν ο Σεβ και η Νουτ, που με τη σειρά τους γέννησαν τον Όσιρι, την Ίσιδα, τον Σηθ και τη Νεύθυ, που αποτέλεσαν άλλα δύο ζευγάρια. Πρόκειται συνολικά για εννιά θεούς, που ξεχώριζαν από τους άλλους, με την ονομασία Η Μεγάλη Εννεάς. Σύμφωνα με ένα άλλο σύστημα το οποίο είχε καταρτιστεί στην Ερμού πόλιν, από ένα υγρό χάος (Νουκ) ξεπρόβαλε ένας σωρός χώματα και εκεί πάνω γεννήθηκε από ένα μυστηριώδες αβγό ο Ήλιος-νήπιο.
Πολυάριθμοι μύθοι ενώνουν τους θεούς μεταξύ τους. Ο γνωστότερος είναι του Όσιρη που τον σκότωσε ο αδελφός του Σηθ, τον ανέστησε η σύζυγος του Ίσις και ο γιος του Ώρος εκδικήθηκε τον θάνατό του.
Αυτό το ιστορικό πλαίσιο δεν έμεινε ωστόσο αμετάβλητο, αλλά έτυχε πολύπλοκης ιστορικής εξέλιξης. Από την προδυναστική εποχή οι τάφοι και τα κτερίσματά τους αποτελούσαν μαρτυρίες για τις δοξασίες σχετικά με το υπερπέραν και τη λατρεία των νεκρών. Από τα υπόλοιπα, καθώς λείπουν οι γραπτές πηγές, ελάχιστες πλευρές τους μπορούμε να αποκαταστήσουμε με τη βοήθεια των αρχαιολογικών ευρημάτων. Ήδη έγινε λόγος για τη λατρεία των ζώων. Είναι ακόμα βέβαιο ότι, αν και σπανιότερα, αντικείμενα λατρείας ήταν φυτά και διάφορα αντικείμενα, όπως παραστάδες, σείστρα ή σκήπτρα και πέτρες. Στην αρχή του Νέου Βασιλείου διαμορφώνονται ή σταθεροποιούνται πολλές λατρείες, που εξακολουθούν να υπάρχουν σε μεταγενέστερες εποχές, επιχειρείται ο σχηματισμός ενός πάνθεου αναγκαίου ύστερα από την ενοποίηση και το τέλος της τοπικής ανεξαρτησίας και τα πρώτα θεολογικά συστήματα.
Στη διάρκεια της εποχής της Μέμφιδος, που είναι η περίοδος των δημιουργών των μεγάλων πυραμίδων, η μορφή του βασιλιά προβάλλεται όλο και περισσότερο στον τομέα της θρησκείας. Ο φαραώ είναι η επίγεια προσωποποίηση του Ώρου, επαγρυπνεί για την ευτυχία των υπηκόων του και είναι ο μονός υπεύθυνος γι’ αυτούς. Τα μεγάλα ταφικά μνημεία που έχουν χτιστεί προς τιμήν του προστατεύουν επίσης και τον λαό του. Οι πιστοί υπήκοοι εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από την προστασία του βασιλιά και μετά τον θάνατό τους: ο τάφος και οι προσφορές στον νεκρό γίνονται στο όνομα του βασιλιά. Οι θρησκευτικές δοξασίες σχετικά με τους νεκρούς παρουσιάζουν την εποχή αυτή πολλές αντιφάσεις: αν ο νεκρός είναι ιδιώτης μπορεί να επιζήσει ως άστρο ή να ταξιδέψει σε έναν υπόγειο κόσμο όπου καταφεύγει ο ήλιος μετά τη δύση· αν είναι βασιλιάς ανεβαίνει στον ουρανό με τη βάρκα του Ρα. Μεγάλη σημασία έδιναν στη διαφύλαξη του σώματος του νεκρού· αυτό το αποδεικνύει η συνήθεια της μουμιοποίησης, που εμφανίζεται σε αρχαιότατους χρόνους και εξελίσσεται σε ύψιστο βαθμό τελειότητας στο Νέο Βασίλειο. Με μια ρεαλιστική αντίληψη για το υπερπέραν, που το φαντάζονται όμοιο με την επίγεια ζωή, συνδέεται η πίστη πως ο νεκρός έχει υποχρέωση να εργάζεται. Για να τον απαλλάξουν από αυτό τον κόπο, τοποθετούν στον τάφο ανθρωπόμορφα ειδώλια τα οποία, αφού θα ζωογονηθούν με μαγικά μέσα, θα εργάζονται αντί γι’ αυτόν.
Αυτή η γαλήνια βασική αντίληψη δέχεται σκληρό πλήγμα στο τέλος του Αρχαίου Βασιλείου, όταν μια βίαιη επανάσταση θέτει τέρμα στη δυναστεία της Μέμφιδος, καταλύει τα προνόμια και επεκτείνει τα πλεονεκτήματα, ακόμα και τα θρησκευτικά, των κυρίαρχων τάξεων. Ένα αίσθημα ανασφάλειας διαδέχεται την ήρεμη εμπιστοσύνη και προβάλλουν τα αιτήματα της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων, της δικαιοσύνης (μαάτ) και των ηθικών κανόνων. Ακόμα και οι νεκροί δεν χωρίζονται πια σε κατηγορίες· όλοι στο υπερπέραν γίνονται προσωποποιήσεις του Όσιρη και η μοίρα τους κρίνεται μπροστά στους θεούς του Κάτω Κόσμου, όπου ζυγίζονται οι δίκαιες και άδικες πράξεις που έκαναν στη ζωή τους (ψυχοστασία). Μόνο στους δίκαιους παραχωρείται αιώνια επιβίωση· οι κακοί πεθαίνουν άλλη μία φορά, οριστικά πια. Δεν λείπουν βέβαια και την εποχή αυτή οι περιπτώσεις δυσπιστίας προς μια πιθανή επιβίωση· επακόλουθο της δυσπιστίας αυτής είναι η πρόσκληση να χαρούν οι άνθρωποι τη ζωή όσο είναι ακόμη καιρός.
Το Μέσο Βασίλειο επαναφέρει την τάξη και την ησυχία στη χώρα. Αυτή την περίοδο η 11η δυναστεία, η θηβαϊκή, ενισχύει σημαντικά τη λατρεία του Άμμωνα, ενός μέχρι πρότινος άσημου τοπικού θεού που πολύ σύντομα γίνεται ο εθνικός θεός, συχνά δε συγχωνεύεται με τον Ρα στη μορφή Άμμων-Ρα. Στο όνομά του γίνονται οι αγώνες της ανεξαρτησίας εναντίον της εξουσίας των Υξώς. Ο ηγεμόνας τού αφιερώνει πολυτελείς ναούς και πολεμικά λάφυρα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν οι ναοί μεγάλο πλούτο και ο κλήρος του Άμμωνα εξαιρετική δύναμη, που σε ορισμένες περιπτώσεις υποσκελίζει ακόμα και αυτήν τη βασιλική εξουσία.
Νέες αντιλήψεις και καινούργιες θρησκευτικές απαιτήσεις εισδύουν στο μεταξύ στον αιγυπτιακό κόσμο με την κατάκτηση ξένων χωρών και την επαφή με τους ασιατικούς λαούς. Όλα αυτά καταλήγουν, προς το τέλος της 18ης δυναστείας, σε μια θρησκευτική επανάσταση, της οποίας εμψυχωτής είναι ένας φαραώ, ο Αμένοφις Δ’, περίεργη φυσιογνωμία, κράμα ποίησης και θρησκευτικού φανατισμού, όχι άμοιρη κάποιας πολιτικής διαίσθησης. Καταργεί βίαια τη λατρεία του Άμμωνα και των άλλων θεών για να βάλει στη θέση τους τη μονοθεϊστική και φυσιολατρική θρησκεία του ηλιακού δίσκου Ατόν. Αλλάζει επίσης το όνομά του από Αμένοφις (που σημαίνει ο Άμμων είναι ευχαριστημένος) σε Αχενατόν (αρεστός στον Ατόν) και ιδρύει προς τιμήν του θεού νέα πρωτεύουσα, την Κουτατόν.
Αυτή η παράδοξη απόπειρα δεν κράτησε πολύ και δεν επέζησε του εμπνευστή της, του οποίου η ανάμνηση εξαλείφεται βίαια από τα μνημεία και τις επιγραφές. Η λατρεία του Άμμωνα αποκαθίσταται σε όλη την Α. Ο θεός προστατεύει τις πολεμικές επιχειρήσεις των φαραώ Ραμσή. Στην ειρηνική περίοδο που ακολουθεί αναπτύσσεται η ευσέβεια, η οποία εκφράζεται σε ενεπίγραφες στήλες όπου ακόμη και ταπεινοί τεχνίτες και εργάτες επικαλούνται την εύνοια, τη βοήθεια και τη συγγνώμη του θεού σε τόνο συγκινητικής οικειότητας. Εισάγονται επίσης ξένες θεότητες, προπάντων συριακές. Το ιερατείο του Άμμωνα τελικά θριαμβεύει σε βάρος μιας ολοένα και πιο ανίσχυρης μοναρχίας. Υπήρξε περίοδος όπου ο θεός κυβερνούσε απευθείας διαμέσου των ιερέων του και των επίγειων συζύγων του, φαινόμενο περισσότερο πολιτικό παρά θρησκευτικό.
Στη νεότερη εποχή, η επαφή με το θείο κατακερματίζεται σε μια σειρά από μικρές λατρείες τοπικών θεοτήτων, ημίθεων και θεοποιημένων προσώπων. Αλλά και απέναντι στις παραδοσιακές θεότητες η στάση των πιστών είναι πιο ελεύθερη. Υπάρχουν κείμενα όπου οι αγώνες και οι περιπέτειες των νεκρών εκτίθενται με τρόπο ελάχιστα ευσεβή. Διαδίδεται ολοένα και περισσότερο η λατρεία των ζώων⋅ η δεισιδαιμονία και η τυπική πλευρά της θρησκείας αντικαθιστούν συχνά την ειλικρινή θρησκευτικότητα των παλαιότερων εποχών, ενώ η άσκηση της μαγείας αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.
Η ελληνική εποχή της Α. με τις θρησκευτικές απαιτήσεις του ελληνιστικού πνεύματος αναζητά στην αιγυπτιακή θρησκεία κοινά στοιχεία με τη δική της, ταυτίζοντας τους θεούς της με τους αιγυπτιακούς και θεωρώντας τους Αιγύπτιους ιερείς θεσμοφύλακες μιας αρχαίας σοφίας. Έτσι εξηγείται η προτίμηση για λιγότερες λατρείες, η συστηματοποίηση των δοξασιών και η άκαμπτη μέριμνα για την αποκατάσταση και την ανέγερση ναών. Αυτό το είδος θρησκείας, αρχαΐζουσας και συγκριτικής, διαδίδεται και στη ρωμαϊκή εποχή, έξω από τα σύνορα της Α.
Γλωσσική παράδοση. Η αιγυπτιακή γλώσσα ανήκει στη χαμιτική γλωσσική ομάδα, παρουσιάζει γραπτές μαρτυρίες από την τέταρτη χιλιετία π.Χ. και χρησιμοποιήθηκε έως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Οι χαμιτικές γλώσσες, συγγενείς προς τις σημιτικές, με τις οποίες αποτελούν τη χαμιτο-σημιτική ενότητα, διαιρούνται σε τρεις ομάδες: αιγυπτιακή, λιβυκή και κουσχιτική. Η γλώσσα με τις αρχαιότερες και τις περισσότερες γραπτές μαρτυρίες είναι η αιγυπτιακή. Χωρίς να αναφέρουμε μερικές σύντομες αρχαιότερες επιγραφές, το 2650 π.Χ. έχουμε ήδη μια κάπως εκτενή επιγραφή, ενώ τα τελευταία κοπτικά κείμενα φτάνουν έως τον 14ο αι. μ.Χ.
Στην ιστορία της αιγυπτιακής γλώσσας ξεχωρίζουν πέντε περίοδοι, στην καθεμία από τις οποίες κυριαρχεί ένα στάδιο εξέλιξής της. Η αρχαία περίοδος εκτείνεται από το 3000 π.Χ. έως το 2200 π.Χ. Γύρω στο έτος 2200 έχουμε μια πρώτη διακοπή της παράδοσης: η γλώσσα που μιλούσαν κατά τους προηγούμενους αιώνες είχε κάπως διαφοροποιηθεί από τη γραπτή γλώσσα, η οποία όμως είχε εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται κατεξοχήν στα γραπτά κείμενα και ανοίγει έτσι η μέση περίοδος, που διήρκεσε έως το 1375 π.Χ. Η γλώσσα αυτών των αιώνων αποτελεί την κλασική αιγυπτιακή. Ακόμη και όταν στα ιδιωτικά και λογοτεχνικά συγγράμματα την αντικαθιστά μια μορφή περισσότερο εξελιγμένη, η λεγόμενη όψιμη αιγυπτιακή (1375 – 2ος αι. π.Χ.), η κλασική αιγυπτιακή εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στις επιγραφές των μνημείων. Ακόμα πιο αργά, κατά τον 1ο αι. π.Χ. η όψιμη αιγυπτιακή αντικαθίσταται συνήθως από τη λεγόμενη δημοτική. Πάντως, εξακολουθεί ακόμη εκείνους τους αιώνες να χρησιμοποιείται καμιά φορά στα μνημεία η κλασική αιγυπτιακή της μέσης περιόδου. Τη δημοτική διαδέχεται μία ακόμη φάση εξέλιξης της αιγυπτιακής, η κοπτική, η οποία διαφέρει σημαντικά από τη δημοτική και από τις άλλες προγενέστερες φάσεις, κυρίως στο λεξιλόγιο που έχει ανανεωθεί και είναι γεμάτο ελληνισμούς. Ένα σημείο ρήξης με την παράδοση είναι η εγκατάλειψη της ιερογλυφικής ή ιερογλυφικής προέλευσης γραφής και η προσφυγή σε μια γραφή που προσαρμόζει το ελληνικό αλφάβητο στις ανάγκες της κοπτικής. Μετά την αραβική κατάκτηση της Α., κατά τον 11ο αι., η αραβική άρχισε να γίνεται η γλώσσα της κοινής χρήσης και του πολιτισμού των αιγυπτιακών πληθυσμών. Η κοπτική αντιστάθηκε όμως ακόμη για πολύ καιρό: ένας ταξιδιώτης του 1672 συνάντησε πληθυσμούς που μιλούσαν την κοπτική. Αλλά και το 1936-37 επιστήμονες διαπίστωσαν με έκπληξη ότι κοντά στις Θήβες ζούσαν μερικοί ιθαγενείς που μπορούσαν όχι μόνο να διαβάζουν την κοπτική, αλλά και να λένε μερικές φράσεις σε αυτή τη γλώσσα.
Η σφραγίδα του ισλαμισμού. Οι πέντε εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα περισσότερο στην Α. είναι οι: ιν σα Αλλάχ (αν θέλει ο Θεός), τάγιεμπ (καλά), χάντερ (παρών), μπούκρα (αύριο) και μα αλές (δεν πειράζει). Τις χρησιμοποιούν όλοι: οι άνθρωποι των πόλεων, οι βεδουίνοι, οι Εβραίοι, οι ελληνόρρυθμοι καθολικοί, οι Αρμένιοι, οι ορθόδοξοι, οι κόπτες και οι μουσουλμάνοι –οι τελευταίοι ενωμένοι ή διαιρεμένοι από μια απίθανη σειρά προκαταλήψεων, παραλογισμών και δογμάτων. Ένας κόπτης βρίσκεται στην πραγματικότητα πιο κοντά σε έναν μουσουλμάνο απ’ ό,τι σ’ έναν Αρμένιο ή Έλληνα, και ένας Αιγύπτιος μουσουλμάνος μοιάζει περισσότερο με κόπτη παρά με Τούρκο μουσουλμάνο. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν βρίσκεται πιο κοντά στον Αιγύπτιο μουσουλμάνο από τον Αιγύπτιο Εβραίο, με τον οποίο μπορεί να μοιράζεται το φαγητό του, γιατί οι Εβραίοι ζουν και πεθαίνουν ακριβώς όπως αυτός και δεν τρώνε χοιρινό κρέας.
Η Α. δεν αποδέχτηκε τον ισλαμισμό επιφανειακά, αλλά του άφησε το αποτύπωμα του πρωτότυπου πολιτισμού της, όπως συνέβη και για όλα τα άλλα πράγματα στο έδαφός της. Ακόμα και στις μέρες μας, ο ισλαμισμός γνωρίζει σε αυτή τη χώρα νέα έξαρση και ανανέωση. Το κάλεσμα του μουεζίνη το μεσημέρι και οι πιστοί που συγκεντρώνονται στα πεζοδρόμια για να προσευχηθούν, χωρίς να νοιάζονται για την κυκλοφορία, είναι η εικόνα που παρουσιάζει καθημερινά το Κάιρο, ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα του ισλαμισμού, απ’ όπου κάθε χρόνο ξεκινά με μεγάλη πομπή το ύφασμα από μαύρο μετάξι κεντημένο με χρυσό, η κίσουα, για να σκεπάσει την Κάαμπα της Μέκκας.
Μεγάλη σπουδαιότητα έχει, έστω και κάπως περιορισμένη, ο μήνας νηστείας του Ραμαζανιού (Ραμαντάν) που κλείνει με τη μικρή γιορτή και ακολουθείται, σαράντα μέρες αργότερα, από τη μεγάλη γιορτή (ιντ ελ-κεμπίρ), που θυμίζει τη θυσία του Ισαάκ. Μεγάλες γιορτές γίνονται όταν επιστρέφουν στα χωριά οι λίγοι φελάχοι (χωρικοί) που κατάφεραν να επισκεφθούν τη Μέκκα και σε ανάμνηση του ταξιδιού ζωγραφίζονται στις λευκές προσόψεις των σπιτιών των προσκυνητών διάφορες εικόνες.
Η ζωή στις όχθες του Νείλου. Είναι διαπιστωμένο ότι το κοπτικό στοιχείο αντιπροσωπεύει καλύτερα την καθαρότητα του αρχαίου τύπου. Αυτό είναι αλήθεια όμως για τις πόλεις, όπου οι κόπτες είναι οι αυτόχθονες, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους, που κατάγονται κατά μεγάλο μέρος από Άραβες και Τούρκους. Αλλά στην ύπαιθρο δεν υπάρχουν παρά φελάχοι, είτε αυτοί είναι κόπτες είτε μουσουλμάνοι, οι οποίοι ζουν συνδεδεμένοι με τη ζωή του μεγάλου ποταμού και διατηρούν ανέπαφες τις αιώνιες συνήθειές τους.
Όταν αποφασίζει να φτιάξει δικό του σπίτι ο φελάχος, αν είναι ενήλικος διαπραγματεύεται ο ίδιος με τον πατέρα της κοπέλας που έχει επιλέξει, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δίνει την πρωτοβουλία στη μητέρα του, που αναζητά την ιδανική νύφη στο συγγενικό περιβάλλον ή στη γειτονιά. Ο αρραβώνας είναι στην Α. ένας δεσμός σχεδόν ίδιος με τον γάμο και εξίσου άκαμπτος· διαζύγιο αποκαλούν και τη διάλυση του αρραβώνα. Όταν σχεδιάζεται ένας γάμος, οι συγγενείς των δύο μελλονύμφων κουβεντιάζουν για την προίκα· συνήθως ο πατέρας του αρραβωνιαστικού δίνει αμέσως στους γονείς της κοπέλας τα δύο τρίτα του ποσού που θα χρησιμεύσουν για την αγορά του εξοπλισμού. Ύστερα το ζευγάρι πηγαίνει στον καδή, δικαστή του χωριού, που φτιάχνει το συμβόλαιο. Αυτή είναι η επίσημη επικύρωση του δεσμού, εφόσον για τους μουσουλμάνους ο γάμος δεν είναι μυστήριο και δεν χρειάζεται κατά συνέπεια θρησκευτική τελετή.
Το απόγευμα της ημέρας του γάμου, η προίκα περιφέρεται θριαμβευτικά πάνω σε μια καμήλα, σε όλο το χωριό, προκαλώντας τον θαυμασμό των ενηλίκων και τη χαρά των παιδιών, που κυκλώνουν το πολύτιμο φορτίο τραγουδώντας και χτυπώντας τα χέρια τους. Αυτό είναι ένα προοίμιο της πιο επίσημης βραδινής πομπής, όταν η νύφη, καθισμένη σε ένα είδος φορείου με καρέκλα, αφήνει για πάντα το σπίτι του πατέρα της και πηγαίνει στο σπίτι του άντρα της, ενώ ρίχνονται στον αέρα πυροβολισμοί και οι γυναίκες τραγουδούν. Στο μεταξύ, ο γαμπρός που έχει ήδη δώσει στο σπίτι του καλύτερου φίλου του μια αποχαιρετιστήρια γιορτή για τους εργένηδες φίλους του, ετοιμάζει την εμφάνισή του, με τη βοήθεια του μουζαγίν (του κουρέα που αναμειγνύεται σε όλες τις δουλειές), ο οποίος τον αλείφει με χένα (κινά). Τέλος, βγαίνει ακολουθούμενος από τους φίλους του που τραγουδούν με συνοδεία φανφάρας, η οποία έχει το κοινό όνομα ενός παλιού μισθωτή χορωδιών, του Μασικέτε Χασαμπαλάχ.
Στους κόπτες, η μοναδική παραλλαγή της τελετής αυτής είναι η θρησκευτική λειτουργία. Ο ιερέας, πριν από τις συνηθισμένες παραινέσεις, παίρνει μια μεταξωτή κλωστή και την περνά στον δεξιό ώμο της νύφης, ύστερα κάτω από το αριστερό της μπράτσο, όπου τη δένει με έναν κόμπο και έπειτα τη λύνει. Ο ιερέας χρησιμοποιεί ακόμα την κλωστή για να δέσει τις δύο βέρες, τις οποίες κατόπιν επιστρέφει στο ζευγάρι.
Σπουδαίο ρόλο παίζει και στην Α. η περιτομή, που είναι υποχρεωτική στις μουσουλμανικές χώρες, όπου μπορεί να εφαρμοστεί έως την ηλικία των 7 ετών. Ακόμα και οι γυναίκες πρέπει να υποστούν την εκτομή, πρακτική που έχει εξαφανιστεί από τις πόλεις, αλλά χρησιμοποιείται ακόμα στην ύπαιθρο, όπου συνηθίζεται τη βραδιά του γάμου να αποδεικνύεται η παρθενία της νύφης. Στην Α. επιβιώνουν πανάρχαιες επικήδειες συνήθειες, προμουσουλμανικές. Εξίσου πανάρχαια είναι και η συνήθεια των μοιρολογιών. Όταν πεθαίνει ένας φελάχος, η θλιβερή αναγγελία στο χωριό γίνεται από τις επαγγελματίες μοιρολογήτρες, που βγάζουν σπαρακτικές κραυγές (ζαγαρίτ), κλαίνε, προσεύχονται και συγχρόνως αποδοκιμάζουν τον Θεό που πήρε τον μακαρίτη. Επικαλούνται με θλίψη τον τελευταίο, υπενθυμίζοντας τις αρετές του και απευθύνονται στη χήρα, στα παιδιά και στον ίδιο τον θάνατο.
Τις κραυγές των γυναικών αντισταθμίζει η σιωπή των αντρών, που πηγαίνουν στις κηδείες, αλλά δεν μιλούν. Ακολουθούν την πένθιμη πομπή, συμμετέχουν με μια χειραψία στη θλίψη των συγγενών, κάθονται στο εξωτερικό του σπιτιού του νεκρού, τηρώντας απόλυτη σιωπή. Αν, ανάλογα με το φύλο, είναι διαφορετική η συμμετοχή στο πένθος, είναι ίδια η σχολαστικότητα με την οποία γίνονται οι άλλες τελετουργίες. Το σώμα του νεκρού πλένεται με νερό που προέρχεται από μια ιερή πηγή ή από ένα τζαμί και ενταφιάζεται μέσα σε 24 ώρες, εξαιτίας της μεγάλης ζέστης που δεν επιτρέπει μεγαλύτερη παραμονή του νεκρού στο σπίτι. Το πρώτο βράδυ μετά την ταφή συγκεντρώνονται στο σπίτι του νεκρού και προσεύχονται, μετρώντας τις χάντρες ενός μεγάλου κομπολογιού (σίμπκε) επαναλαμβάνοντας τα κείμενα του Κορανίου. Την έβδομη μέρα μετά την ταφή, το πένθος παύει με την επίσκεψη στον τάφο του νεκρού, επίσκεψη που θα επαναληφθεί τη 15η και την 40ή μέρα μετά τον θάνατο.
Μια υποβλητική επιβίωση του παρελθόντος υπάρχει στο Κάιρο, με τα σπίτια των νεκρών: πρόκειται για μια σύγχρονη νεκρόπολη που θυμίζει τις αρχαίες νεκροπόλεις που είναι συγκεντρωμένες γύρω από τις πυραμίδες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νεκρόπολη αποτελείται από άδεια σπίτια, τα οποία βρίσκονται κοντά στη σύγχρονη πόλη, αριθμημένα αλλά έρημα· κατασκευάζονται από τις πιο εύπορες οικογένειες για να συγκεντρώνονται εκεί μία φορά τον χρόνο και να τιμούν τους νεκρούς τους με ένα πένθιμο τραπέζι.
Οι θρησκευτικές γιορτές. Ανάμεσα στις γιορτές ξεχωρίζει η Σαμ εν-Νεσίμ, η γιορτή της άνοιξης, ίσως η πιο αγαπημένη στους Αιγυπτίους. Παλαιά ειδωλολατρική γιορτή, γνωστή ήδη στην Α. των φαραώ, ενώνει σήμερα με χαρούμενες εκδηλώσεις μουσουλμάνους και κόπτες. Είναι η μεγάλη γιορτή της γης, της φύσης, πέρα από κάθε διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο Ευαγγέλιο και στο Κοράνιο. Είναι η μεγάλη ευκαιρία που περιμένουν οι κάτοικοι του Καΐρου για να εγκαταλείψουν τις πυκνοκατοικημένες συνοικίες και να πάνε στην ύπαιθρο, να ξαναβρούν συγγενείς και φίλους και να αναπνεύσουν τον ανοιξιάτικο αέρα.
Οι κοπτικές γιορτές δεν διαφέρουν γενικά από εκείνες των άλλων χριστιανικών χωρών. Την πρωτοχρονιά οι κοπτικές οικογένειες βγαίνουν από τις πόλεις με αμάξια που έλκονται από γαϊδουράκια, για να γιορτάσουν με τελετουργίες που ωστόσο δεν διαφέρουν από εκείνες της φαραωνικής εποχής. Τα Θεοφάνια γιορτάζονται στις 18 ή 19 Φεβρουαρίου με μεγάλη επισημότητα. Το προηγούμενο βράδυ οι άντρες κάνουν μπάνιο στον Νείλο, αφού ρίξουν στα νερά του τον αγιασμό, τον οποίο παίρνουν από μια εκκλησία. Επίσημη είναι η θρησκευτική λειτουργία, που βασίζεται στη συλλογική απαγγελία του Κύριε Ελέησον, που επαναλαμβάνεται 41 φορές, με τη βοήθεια ενός κοπτικού ροδαρίου που έχει τον ίδιο αριθμό από χάντρες. Η τελετή τελειώνει με το ράντισμα του αγιασμού και με την επίσκεψη στους τάφους των νεκρών.
Στο Παλαιό Κάιρο γιορτάζεται κάθε χρόνο με μεγάλη επισημότητα η γιορτή του Αγίου Γεωργίου: οι πιστοί προχωρούν προς την εκκλησία φωτίζοντας με δαδιά τους δρόμους της συνοικίας, ενώ η ατμόσφαιρα γεμίζει λιβάνι, ρυθμούς από κρουστά όργανα και τραγούδια.
Μια τυπική γιορτή του αιγυπτιακού χωριού γίνεται αντίθετα την ημέρα του μολίντ, της επετείου του προστάτη του χωριού. Προς τιμήν του υψώνεται ένα μικρό μαυσωλείο, αποτελούμενο από ένα μνημείο βαμμένο άσπρο που φέρει τρούλο. Σύμφωνα με τη λαϊκή φαντασία, οι προστάτες στους οποίους δεν αποδίδονται οι πρέπουσες τιμές μπορούν να μπουν στην ψυχή ενός προσώπου, να την κυριεύσουν και να την κάνουν να υποφέρει.
Η οικιακή χειροτεχνία. Ανάμεσα στις οικογενειακές δραστηριότητες οι πιο διαδεδομένες στην Α. είναι τα κεραμικά που φτιάχνονται με το χέρι, με μεθόδους που είναι σχεδόν ανάλογες με εκείνες των αρχαίων Αιγυπτίων. Περίφημοι είναι οι στρογγυλοί αμφορείς της Φαγιούμ που έχουν διάφορες λαβές γύρω από το στρογγυλό άνοιγμα. Μια άλλη διαδεδομένη απασχόληση είναι η κατασκευή καλαθιών, που κατασκευάζονται σχεδόν σε όλα τα αιγυπτιακά χωριά, προπάντων σε εκείνα των νότιων επαρχιών, όπου βρίσκονται οι πιο ικανοί χειροτέχνες· είναι καλάθια φτιαγμένα με φύλλα χουρμαδιάς και κλαδιά φοίνικα, χρησιμότατα στις γυναίκες που βάζουν σε αυτά τα χόρτα που μαζεύουν στους αγρούς ή τα πράγματα που πηγαίνουν στην αγορά.
Στο Κάιρο, και γενικά κοντά στο Δέλτα του Νείλου, κατασκευάζονται μαξιλάρια και χαλιά, γνωστά σε όλο τον κόσμο για τα ζωηρά τους χρώματα, και εκεί βρίσκονται οι χαρακτηριστικές κοπτικές βιομηχανίες των λινών, μάλλινων και βαμβακερών υφασμάτων. Περιζήτητα είναι τα υφάσματα για τους νεκρούς, που επαναλαμβάνουν αρχαϊκά διακοσμητικά στοιχεία, όπως τσαμπιά σταφυλιών ή μπουμπούκια λουλουδιών, πουλιά και παγώνια. Μια αξιόλογη μορφή χειροτεχνίας είναι η επεξεργασία του χαλκού με το χέρι: το φύλλο του μετάλλου δουλεύεται με ασυνήθιστη υπομονή από τον κατασκευαστή, ο οποίος σε αυτό φτιάχνει στολίδια και περίπλοκα αραβουργήματα. Τέλος, στο τουρκικό παζάρι του Καΐρου μπορεί κανείς να βρει τα πάντα: επεξεργασμένα δέρματα, σκαλιστά κουτιά, σέλες για καμήλες, κοσμήματα και τις όμορφες προτομές της Νεφερτίτης.Το ταξίδι στην Α. είναι μια μοναδική πολιτιστική εμπειρία, που μας αποκαλύπτει, μέσα από τα μεγαλοπρεπή μνημεία και την εξαιρετική γεωγραφική θέση της χώρας, τη διάσταση του αρχαίου πολιτισμού που άκμασε στις όχθες του Νείλου, ενός από τους πιο ιδιόρρυθμους που δημιούργησε ποτέ ο άνθρωπος. Και οι επισκέψεις που γίνονται στα αρχαία μνημεία καταλήγουν πάντοτε να γοητεύουν ακόμα και τον πιο απροετοίμαστο ταξιδιώτη.
Οι κυριότεροι σταθμοί είναι φυσικά, εκτός από το Κάιρο και τις γειτονικές Πυραμίδες, οι αρχαιολογικές τοποθεσίες κατά μήκος της κοιλάδας του Νείλου, ανάμεσα στις οποίες θα πρέπει να αναφέρουμε ιδιαίτερα το Λούξορ και το Αμπού Σίμπελ (βλ. λ.)· το τελευταίο διακρίνεται για το υποβλητικό περιβάλλον του, έστω και αν σήμερα είναι ανοικοδομημένο.
Η πιο κατάλληλη εποχή για το ταξίδι είναι τον χειμώνα, από τον Νοέμβριο έως τον Απρίλιο. Ο καιρός είναι καλός, κυρίως στην Άνω Α. Είναι απαραίτητη η βίζα, που μπορεί να την προμηθευτεί κανείς από τα προξενεία ή κατά την αποβίβαση, αφού δείξει το έγγραφο του ταξιδίου επιστροφής ή καταβάλλοντας ένα καθορισμένο ποσό σε ξένο νόμισμα για τα έξοδα παραμονής (εκτός αν το ταξίδι είναι ήδη πληρωμένο μέσω πρακτορείου). Ο ταξιδιώτης μπορεί να φτάσει στη χώρα κατά προτίμηση με αεροπλάνο. Από την Αθήνα (εκτός από τα συχνά οργανωμένα ταξίδια που προγραμματίζονται από διάφορα ταξιδιωτικά γραφεία) υπάρχουν απευθείας καθημερινές πτήσεις. Άλλη οδός προσπέλασης είναι η χερσαία από τη Λιβύη και από την Τυνησία, στον μακρύ αλλά θαυμάσιο παραλιακό δρόμο (2.150 χλμ. έως την Αλεξάνδρεια από την Τρίπολη και 2.900 χλμ. από την Τύνιδα). Η ενοικίαση αυτοκινήτου είναι δυνατή με ή χωρίς οδηγό (προτιμότερη με οδηγό, γιατί η οδήγηση είναι δύσκολη). Ενώ η ζώνη του Δέλτα εξυπηρετείται με καλούς δρόμους και σύγχρονα πούλμαν, το καλύτερο μέσο μεταφοράς στο εσωτερικό, κατά μήκος της κοιλάδας του Νείλου, παραμένει το τρένο ή το αεροπλάνο (πολλές ημερήσιες πτήσεις μεταξύ Καΐρου, Λούξορ και Ασουάν όπως και με Αμπού Σίμπελ), εκτός βέβαια από την ποτάμια μεταφορά στον Νείλο με συχνές τουριστικές εξυπηρετήσεις μεταξύ Λούξορ και Ασουάν και μεταξύ Ασουάν και σουδανικών συνόρων.
Επίσκεψη στο Κάιρο. Χάρη στα πολλά αξιοθέατά του, το Κάιρο θα πρέπει δικαιολογημένα να θεωρηθεί αντικειμενικός σκοπός ενός ταξιδιού στην Α. Σε ό,τι αφορά τις αρχαιότητες, τα ενδιαφέροντα είναι πολλαπλά. Ιδιαίτερα θα πρέπει να επισκεφθεί κανείς το Αιγυπτιακό Μουσείο (η εκπληκτική και πλουσιότατη συλλογή, δυστυχώς τοποθετημένη σε σκοτεινές μεγάλες αίθουσες, θα απαιτήσει μια ολόκληρη ημέρα ακόμα και για μια βιαστική επίσκεψη), τις Πυραμίδες της Ελ-Γκίζα με τη γειτονική Σφίγγα και, στα λιγότερο κοντινά περίχωρα, τη Μέμφιδα (άγαλμα του Ραμσή Β’ και αλαβάστρινες Σφίγγες), τη Σακάρα (κλιμακωτές πυραμίδες, μασταμπάδες, Σεραπείο) και την Νταχσούρ. Όσον αφορά τα μνημεία του ισλαμικού πολιτισμού, ξεχωρίζουν τα τρία περιφημότερα τζαμιά: του σουλτάνου αλ-Χασάν, αριστούργημα της αραβικής τέχνης, το αλ-Άζχαρ, μεγαλύτερο μουσουλμανικό πνευματικό κέντρο, και το Ιμπν Τουλούν, με το υποβλητικό αρχαϊκό στιλ, γνήσια αραβικό. Αξίζει να επισκεφθεί κανείς επίσης και το τζαμί αλ-Μουάγιαντ, το μπλε τζαμί, την ακρόπολη του Σαλαδίνου με το αλαβάστρινο τζαμί σε τουρκικό στιλ και το ανάκτορο Ελ-Γκαουχάρα, τους τάφους των Χαλίφηδων, και το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης. Οι πιο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες του χριστιανικού πολιτισμού αντιπροσωπεύονται από το πολύτιμο Κοπτικό Μουσείο, από τους ναΐσκους της Αμπού Σάργκα και της αλ-Μουαλάκα. Η επίσκεψη της πόλης μπορεί να συμπληρωθεί με έναν περίπατο στο παζάρι (ιδιαίτερα στο Μούσκι και στο Χαν ελ-Χαλίλι), με μια εκδρομή στο Τζέμπελ Μουκάταμ, που βρίσκεται μέσα στην έρημο και απ’ όπου μπορεί να απολαύσει κανείς μια πανοραμική θέα της πόλης (όπως επίσης και από τον πύργο του Καΐρου) και, τέλος, με μια βόλτα με σκάφος στον Νείλο. Μια εξαιρετική εμπειρία αποτελούν τα βραδινά θεάματα ήχος και φως που προσφέρονται είτε στις Πυραμίδες είτε στην ακρόπολη.
Σε απόσταση 100 χλμ. νότια του Καΐρου, βρίσκεται η όαση Ελ-Φαγιούμ, στην οποία μπορεί να φτάσει κανείς με αυτοκίνητο όχι μόνο για τα αρχαία μνημεία της (πυραμίδες Ελ Λαχούν και Χαουάρα), αλλά και για τα ωραιότατα φυσικά τοπία της λίμνης Καρούν και της όασης με τις χαρακτηριστικές καλλιεργητικές δραστηριότητες.
Η κοιλάδα του Νείλου. Συνήθως οι τουρίστες που επισκέπτονται την κοιλάδα του Νείλου πηγαίνουν κατευθείαν από το Κάιρο στο Λούξορ χρησιμοποιώντας τρένο ή αεροπλάνο. Εάν όμως υπάρχει χρόνος, είναι προτιμότερο το αυτοκίνητο, γιατί μπορούν να σταματήσουν στις αναρίθμητες τοποθεσίες, όπου τα αρχαία αιγυπτιακά ερείπια, τα κοπτικά μοναστήρια και η εναλλαγή της ερήμου με την πράσινη ζώνη παραπλεύρως του ποταμού θα τους ανταμείψουν για την έλλειψη ανέσεων: στη Μεϊντούμ με τις πυραμίδες και τους μασταμπάδες της, στην Ελ-Μίνια, απ’ όπου μπορεί κανείς να πάει στο μοναστήρι Ντέιρ ελ Μπουκάρα, στους τάφους σε βράχο της Μπένι Χασάν, στη νεκρόπολη της Τούνα ελ Τζέμπελ, στην Ελ Ασμουνέιν και ιδιαίτερα στην Ντέιρ Μαουάς και στη νεκρόπολη της Ελ-Αμάρνα, στο μοναστήρι Ντέιρ ελ Μοχάρακ, στην Ασιούτ, στη Σοχάγκ με την Ερυθρά Μονή και τη Λευκή Μονή, στην Γκίργκα και προπάντων στην Άβυδο (ναοί του Ραμσή και του Σέτι) και στη Δανδάρα (ναός της Αθώρ).
Το Λούξορ είναι βασικός σταθμός του ταξιδιού στην Α. τόσο για τους δύο ναούς του Λούξορ και της Ελ-Καρνάκ, όσο και για το περίφημο αρχαιολογικό συγκρότημα των Θηβών στη δυτική όχθη του Νείλου, η επίσκεψη στο οποίο (αδύνατη με τα πόδια) θα απαιτήσει τουλάχιστον μία ολόκληρη ημέρα (οι τάφοι της Κοιλάδας των Βασιλιάδων, ο ναός Ντέιρ ελ-Μπάχρι, το Ραμσείο, οι τάφοι των ευγενών, η Κοιλάδα των Βασιλισσών, η Μεντίνετ Χαμπού, οι Κολοσσοί του Μέμνωνος)· θαυμάσια, πάντοτε στο Λούξορ, είναι τα νυχτερινά θεάματα ήχος και φως. Ο τρίτος υποχρεωτικός σταθμός του ταξιδιού είναι το Ασουάν (τα ορυχεία γρανίτη, το μοναστήρι του Αγίου Συμεών, τα νησιά Ελεφαντίνη και Φίλες, ο ναός Καλάμπσα, οι τάφοι των ευγενών, το γιγαντιαίο δεύτερο φράγμα στον Νείλο). Προτού φθάσει κανείς εκεί (με αυτοκίνητο ή με σκάφος) καλό είναι να σταματήσει στους τρεις ναούς – Ίσνα, Κομ Όμπο και προπάντων Ιντφού. Άνετα κρουαζιερόπλοια στον Νείλο, με εβδομαδιαία αναχώρηση από το Λούξορ και από το Ασουάν, επιτρέπουν την επίσκεψη από το Λούξορ στους ναούς της Αβύδου και της Δανδάρα και ακόμα την επίσκεψη σε οκτώ ημέρες σε όλη τη Άνω Α.
Στη Νουβία, στον άνω ρου του Νείλου, πάνω από το καινούργιο φράγμα και ιδιαίτερα κοντά στον Ουάντι ελ Σεμπούα, πολυάριθμοι ναοί απομακρύνθηκαν από την έδρα τους και ανοικοδομήθηκαν σε γειτονικές τοποθεσίες, για να σωθούν από τα νερά (Καλάμπσα, Μπέιτ ελ Ουάλι, Ντέκα). Οι πιο θεαματικοί από αυτούς, οι δύο ναοί του Αμπού Σίμπελ, κοντά στα σουδανικά σύνορα, αξίζουν χωρίς άλλο μια ιδιαίτερη επίσκεψη (με αεροπλάνο ή σκάφος από το Ασουάν).
Από τη μεσογειακή ακτή στην Ερυθρά θάλασσα. Αν και συχνά δεν περιλαμβάνεται στα δρομολόγια των ταξιδιών, η Αλεξάνδρεια προσφέρει πάντοτε ένα σημαντικό ενδιαφέρον για επίσκεψη (οχυρό Καΐτ μπέη, κατακόμβες της Κομ αλ Σουκάφα, αποικία του Πομπήιου, Ελληνορωμαϊκό Μουσείο και πρώην βασιλικό ανάκτορο της Μοντάζα). Την Αλεξάνδρεια μπορεί να την επισκεφθεί κανείς εύκολα από το Κάιρο, ταξιδεύοντας με αυτοκίνητο ή με τρένο κατά μήκος του Δέλτα (εξαιρετικά ενδιαφέρουσες όψεις της γεωργικής οικονομίας της χώρας), ή κατά μήκος του άνετου και γρήγορου δρόμου της ερήμου που περνά από τα κοπτικά μοναστήρια του Ουάντι ελ Νατρούν. Κατά μήκος των δυτικών παραλίων της πόλης αναπτύσσεται μια σειρά από θαυμάσιες ακρογιαλιές έως τη λιβυκή μεθόριο περνώντας από το Ελ-Αλαμέιν (επιβλητικά λείψανα της περίφημης μάχης, μουσείο και οστεοφυλάκια Ιταλών, Γερμανών, Άγγλων και Ελλήνων πολεμιστών) και φτάνοντας στη Ματρούχ, απ’ όπου μπορεί να πάει στο εσωτερικό της όασης της Σίβα, σε ένα ερημικό περιβάλλον, τόσο διαφορετικό από εκείνο της κοιλάδας του Νείλου.
Στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, εκτός από τη δραστήρια ύπαιθρο του Δέλτα, με το μεγάλο δίκτυο των καναλιών, το Πορτ Σάιντ και το Σουέζ στα δύο άκρα της Διώρυγας δεν προσφέρουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από το Σουέζ μπορεί να πάει κανείς, με οργανωμένα ταξίδια, στο Σινά, στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, στους πρόποδες του Όρους του Μωυσή, που βρίσκεται στο εσωτερικό νότιο τμήμα της χερσονήσου: μοναστηριακό κέντρο, πλούσιο σε ιστορικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς, σε ένα επιβλητικό φυσικό τοπίο. Η Ελ-Σόχνα, η Χουργάντα και η Μάρσα Άλαμ είναι οι πιο κατάλληλες τοποθεσίες για στάθμευση ή διαμονή, ενώ από τη Ρας Zαφαράνα θα προχωρήσει κανείς στο εσωτερικό έως τα δύο κοπτικά μοναστήρια των Αγίου Αντωνίου και Αγίου Παύλου.
Η φιλοξενία. Το Κάιρο και τα άλλα τουριστικά κέντρα διαθέτουν πολυάριθμα και καλά εξοπλισμένα ξενοδοχεία, όπου εκτός από τη διεθνή κουζίνα που σερβίρεται συνήθως, μπορεί να απολαύσει κανείς και τη θαυμάσια τοπική κουζίνα. Στις επισκέψεις των διαφόρων τοποθεσιών ο κατατοπισμένος ταξιδιώτης μπορεί να κάνει μόνος του διάφορες εκδρομές χρησιμοποιώντας ταξί που θα ενοικιάσει ο ίδιος, αρνούμενος τις εκδρομές που θα του προσφέρουν και οι οποίες πολύ συχνά θα αποδειχθούν πολύ σύντομες. Η επίσκεψη στα τζαμιά επιτρέπεται γενικά πάντοτε. Η αγγλική και η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιούνται ευρύτατα.
.Ο ελληνισμός στην Α. έχει ιστορία χιλιετηρίδων, αν και ο όρος αιγυπτιακός ελληνισμός είναι δημιούργημα των νεότερων χρόνων. Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι εντοπίζουν την ελληνική παρουσία στην Α. στον 16ο αι. π.Χ., όταν οι μινωικοί Κρήτες συμμάχησαν με την Α. στον αγώνα τους κατά των Υξώς. Η σύγχρονη εξάλλου ονομασία της Α., Μισρ, ταυτίζεται με τη μινωική ονομασία της Μισρούν, όπως ακριβώς η φαραωνική Ακαιούσα αναφέρεται στους Αχαιούς. Ο Όμηρος στη 14η ραψωδία της Οδύσσειας περιγράφει τη λεηλασία μιας αιγυπτιακής πόλης από τους Έλληνες. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην περιοχή της κατοπινής Αλεξάνδρειας, υπήρχε μινωική φρουρά, ασφαλώς για να διευκολύνει το εμπόριο του νησιού με το εσωτερικό της Α. Η Πρωτηίς των Ελλήνων δεν είναι άλλη από το νησί Φάρος της Αλεξάνδρειας, απ’ όπου κατά την παράδοση πέρασε η Ελένη ακολουθώντας τον Πάρη. Κατά τον Ηρόδοτο μάλιστα, η βασίλισσα της Σπάρτης ποτέ δεν πήγε στην Τροία, γιατί οι Αιγύπτιοι την ανάγκασαν να μείνει στον Φάρο, απ’ όπου την πήρε τελικά, μετά την πτώση της Τροίας, ο Μενέλαος.
Η πρώτη ωστόσο μόνιμη παρουσία Ελλήνων στην Α. ανάγεται στον 8ο αι. π.Χ., όταν οι Μιλήσιοι αποβιβάστηκαν στην Α. και έχτισαν το τείχος Μιλησίων, ένα πρατήριο εμπορικό, είδος φρουρίου για την άμυνά τους, αλλά και τη διαφύλαξη των εμπορευμάτων τους. Τα οικονομικά αίτια της πρώτης μόνιμης ελληνικής παρουσίας στην Α. είναι αναμφισβήτητα. Αλλά η μεγάλη εισροή Ελλήνων θα αρχίσει με τους Κάρες και τους Ίωνες μισθοφόρους του φαραώ Ψαμμήτιχου που εδραίωσε την εξουσία του με την ενίσχυση των Ελλήνων. Στην εποχή του ανάγεται και η δημιουργία της Ναύκρατης (ή Ναυκράτιδος), καθαρά ελληνικής πόλης στο εσωτερικό της Α. Η ελληνολατρεία του Ψαμμήτιχου συνεχίζεται και με τον γιο του φαραώ Νεχώ, που μιλούσε ελληνικά. Τη φιλελληνική παράδοση, που βοήθησε την εγκατάσταση των Ελλήνων στην Α., συνέχισε επίσης ο φαραώ Άμασις (βλ. λ.), που παντρεύτηκε την Ελληνίδα Λαοδίκη, κόρη του Έλληνα βασιλιά της Κυρηναϊκής. Ο Άμασις, αναφέρεται και σε στίχους του Βακχυλίδη για την οικονομική βοήθειά του στους Αθηναίους: «Καράβια φορτωμένα γεννήματα, φέρνουν απ’ την Αίγυπτο, περνώντας τα φωτολουσμένα κύματα, τον πιο πολύτιμο θησαυρό».
Η περσική κατοχή της Α. δεν ανέκοψε την εισροή των Ελλήνων στη χώρα, που ενισχύθηκε αργότερα με την άνοδο στον θρόνο του Νεκτανεμπώ Β’, στα χρόνια του οποίου πολλοί σοφοί επισκέφθηκαν τη χώρα και ανάμεσά τους ο Πλάτων. Αλλά η μεγάλη περίοδος του ελληνισμού αρχίζει με την ίδρυση της Αλεξάνδρειας. Η δημιουργία μιας νέας δυναστείας με καθαρά ελληνική παιδεία και πολιτισμό, όπως εκείνη των Πτολεμαίων, προσδίδει στον ελληνισμό της Α. ιδιαίτερη σημασία και καλύπτει τον ιστορικό χώρο μιας περιόδου με το χρίσμα της παγκοσμιότητας.
Είναι η ελληνιστική περίοδος της ιστορίας της φυλής. Ελληνικές πόλεις όπως η Πτολεμαΐς, έρχονται να προστεθούν στον κατάλογο των πόλεων που δημιούργησε η ελληνική παρουσία στον εξωελλαδικό χώρο. Η ελληνοκρατία στην Α. υπήρξε αποφασιστικός παράγοντας στην εξέλιξή της, παρά τις μελανές κηλίδες που συνεπάγεται κάθε ξενική κατοχή. Άλλωστε, η προσπάθεια προσεταιρισμού του αιγυπτιακού στοιχείου, που επιχείρησαν οι Πτολεμαίοι, ίσως να μην έχει όμοιό της στην ιστορία. Οι Έλληνες λάτρεψαν τους ντόπιους θεούς, προσαρμόστηκαν όσο γινόταν στην αιγυπτιακή νοοτροπία και μια νέα φυλή, η ελληνοαιγυπτιακή, έτεινε να δημιουργηθεί. Τη δημιουργία της ανέκοψαν οι Ρωμαίοι, χωρίς ωστόσο και να ανακόψουν την ελληνική παρουσία στην Α. Την ακμή του ελληνισμού ακόμα και τότε, μαρτυρεί η παρουσία του Αθήναιου, συγγραφέα των Δειπνοσοφιστών. Όταν ο Αδριανός έχτισε την πόλη Αντινόη, οι κάτοικοι της ήταν αποκλειστικά Έλληνες.
Με την επικράτηση του χριστιανισμού οι θρησκευτικές έριδες και οι αιρέσεις δυσχέραναν τη θέση του ελληνισμού, καθώς ταυτίζονταν με πολιτικές επιδιώξεις. Η κοπτική εκκλησία υπήρξε φερέφωνο του αιγυπτιακού εθνικισμού, γι’ αυτό ακριβώς η κατοπινή παρουσία του Βυζαντίου στην Α. εδραιώθηκε με την καταπίεση των κοπτών και τη σφαγή τριάντα χιλιάδων από τον στρατηγό Ακάκιο (516). Η προσπάθεια του Ιουστινιανού να προσεταιριστεί τους Αιγυπτίους είχε εφήμερα αποτελέσματα· το ίδιο και εκείνη του Ηρακλείου. Στο φυλετικό μίσος των Αιγυπτίων οφείλεται κατά μεγάλο μέρος η ευχέρεια με την οποία συντελέστηκε η αραβική κατάκτηση της Α. Η πτώση της Αλεξάνδρειας (642) σήμανε και την απαρχή της διαρροής του ελληνισμού. Οι Έλληνες της Α. εγκατέλειψαν κατά χιλιάδες τη χώρα. Παρ’ όλα αυτά ένας αριθμός Ελλήνων παρέμεινε. Ήταν πάντοτε πιστοί στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και ζούσαν σε χωριστές γειτονιές στις μεγάλες πόλεις, συσπειρωμένοι γύρω από το πατριαρχείο κυρίως από την εποχή του πατριάρχη Κοσμά και του χαλίφη Χισάμ (724-743). Οι διωγμοί των χριστιανών είχαν άμεσες επιπτώσεις στο ελληνικό στοιχείο. Το 847, οι Έλληνες της Α. υποχρεώθηκαν να φορέσουν ιδιαίτερη ενδυμασία, να μη χρησιμοποιούν άλογα, να ζωγραφίσουν διαβόλους στην είσοδο των σπιτιών τους και να μην έχουν καμπάνες στις ελάχιστες εκκλησίες τους. Βαρύτατοι φόροι συμπλήρωναν την τραγικότητα της θέσης τους. Το 853, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Οινόφλυξ διέταξε τον βυζαντινό στόλο να βοηθήσει τον ελληνισμό της Α.· βυζαντινά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Δαμιέτη, όπου υπήρχε και ελληνικός πληθυσμός. Η προσπάθεια του Μιχαήλ δεν απέδωσε και οι συνέπειες υπήρξαν μοιραίες για τον ελληνισμό της Α.
Όμως, η επιρροή του ελληνισμού δεν παύει να είναι ισχυρή. Το μαρτυρούν επίσημα κείμενα Αράβων αξιωματούχων, που είναι γραμμένα στα ελληνικά. Η επιρροή αυτή θα εξαλειφθεί ολοκληρωτικά με την άνοδο στην εξουσία των Φατιμιδών που πραγματοποιήθηκε χάρη στον στρατηγό Ελ Κάτιμπ ελ Ρούμι, μουσουλμάνο ελληνικής καταγωγής. Αργότερα, στα χρόνια του σουλτάνου Χάκιμ (ή Χακίμ), η θέση των Ελλήνων γίνεται ακόμα πιο δύσκολη. Στις 13 Αυγούστου 1009, καταστρέφεται με εντολή του ο ελληνικός ναός της Παναγίας στο Κάιρο. Ένας χρονικογράφος της εποχής, ο Γιάχγια, αναφέρει: «Μαύροι, δούλοι και αλήτες, άνοιξαν τους τάφους, έβγαλαν τους νεκρούς, πέταξαν τα κόκαλα. Σκυλιά έφαγαν τα κρέατα όσων είχαν πριν από λίγο καιρό πεθάνει». Την ίδια τύχη είχε και ένα μοναστήρι κοντά στο Κάιρο και η ελληνική εκκλησία της Δαμιέτης. Στις 7 Ιουλίου 1010 δολοφονήθηκε και ο πατριάρχης. Ακολούθησε και άλλος διωγμός, πιο εξοντωτικός. Οι Έλληνες άρχισαν να καταφεύγουν στο Βυζάντιο. Ο Χάκιμ, που ίσως να ήταν φρενοβλαβής όπως υποστηρίζουν μερικοί ιστορικοί, θέλησε να νομιμοποιήσει τη φυγή των Ελλήνων, επιτρέποντάς τους με βασιλικό διάταγμα να φεύγουν για τη χώρα των Ελλήνων. Το διάταγμα ήταν στην ουσία ένα μέσο ταχύτερης εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου, καθώς η διατύπωσή του άφηνε να υπονοηθεί ότι η φυγή είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα. Η δολοφονία του Χάκιμ απέτρεψε την ολοκληρωτική εκρίζωση του ελληνισμού.
Η άνοδος στον θρόνο του Ζάχερ ταυτίστηκε με ένα διάταγμα ανεξιθρησκίας, που άμεση συνέπειά του υπήρξε η επάνοδος πολλών Ελλήνων στην Α. Η ανεξιθρησκία όμως ήταν μοιραίο να ατονήσει με την εμφάνιση των σταυροφόρων, που φανάτισε τον μουσουλμανικό όχλο και τον έστρεψε κατά των χριστιανών. Δεν υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για τον ελληνισμό των χρόνων εκείνων, εκτός από μια παράδοση που θέλει τους γιους του Έλληνα αυτοκράτορα, Λέοντα, καλόγερους στο μοναστήρι του Μπαραμούς, κοντά στην Αλεξάνδρεια. Το 1349, ο αυτοκράτορας Άγγελος Καντακουζηνός κατόρθωσε να πείσει τον σουλτάνο της Α., Χάσαν ιμπν ελ Νάσερ να σταματήσει τους διωγμούς. Όταν, μετά, οι Μαμελούκοι κυριάρχησαν στην Α., οι Έλληνες ήταν ολιγάριθμοι και πάμφτωχοι.
Επακολούθησε η κατάληψη της χώρας από τους Τούρκους, που αναγνώρισαν το πατριαρχείο Αλεξανδρείας ως κεφαλή του εκεί ελληνισμού. Πατριάρχης ήταν τότε ο Ιωακείμ (1486-1567), ένας εξαίρετος ιεράρχης που δεν δίστασε να ζητήσει από τον τσάρο της Ρωσίας Βασίλειο Δ’ να βοηθήσει τον ελληνισμό να απελευθερωθεί. Ο ελληνισμός της Α. είχε κάπως αυξηθεί με την κάθοδο προσφύγων από τον ελλαδικό χώρο. Οργανωμένος επαγγελματικά σε συντεχνίες, τα εσνάφια, άρχισε να κυριαρχεί στην οικονομική ζωή του τόπου. Κυρίως γουναράδες, χρυσοχόοι, σαράφηδες και ναυτικοί, οι Έλληνες ανασυντάχθηκαν και ήρθαν αργότερα στο προσκήνιο με την ίδρυση των κοινοτήτων. Όσοι κατάγονταν από βενετοκρατούμενες περιοχές, απολάμβαναν μάλιστα ειδικών προνομίων, μια και στην Αλεξάνδρεια έδρευαν οι πρόξενοι –κόνσολοι– της Κρήτης και της Κύπρου. Ο ελληνισμός αυτός πέρασε συχνά δύσκολες ημέρες, που είχαν άμεσο αντίκτυπο στον αριθμό του. Αν κατόρθωσε να επιζήσει, αυτό το χρωστά στη δυναμικότητα των πατριαρχών ηγετών του, ανάμεσα στους οποίους ο Μελέτιος ο Πηγάς και ο Κύριλλος Λούκαρις υπήρξαν οι κορυφαίες μορφές. Οι τσάροι της Μόσχας συχνά συνέδραμαν με γενναίες εισφορές υπέρ του πατριαρχείου. Οι Έλληνες, που δεν ξεπερνούσαν τις 8.000, διατηρούσαν φτωχοκομείο, νοσοκομείο και βιβλιοθήκη. Στο Κάιρο λειτουργούσε ελληνικό σχολείο που το συντηρούσαν οι δωρεές των παροικιών και συχνά οι υλικές ενισχύσεις του εκάστοτε τσάρου. Το 1712, οι Έλληνες της Α. στράφηκαν επίσης για ενίσχυση προς την Άννα Στιούαρτ της Αγγλίας, η οποία έστειλε άφθονα χρήματα. Η φροντίδα για τη συντήρηση του σχολείου φαίνεται και από μια επιστολή του πατριάρχη Κοσμά, στην οποία χαρακτήριζε προδότες όσους αντιδρούσαν στη λειτουργία του. Η οικονομική εξαθλίωση του ελληνισμού συνεχίστηκε έως την εισβολή των Γάλλων. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, άλλωστε, είχε κάθε συμφέρον να τους προσεταιριστεί. Όταν τον Ιούνιο του 1798 αποβιβάστηκε στην περιοχή του Μποργκ ελ Άραμπ κοντά στην Αλεξάνδρεια, έφερνε μαζί του και κάτι το ανυπολόγιστα πολύτιμο για τον ελληνισμό της Α.: το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο.
Η άμυνα των Μαμελούκων βασιζόταν κυρίως στον στόλο και στο πυροβολικό. Ναύαρχος του στόλου τους ήταν ο Έλληνας Νικόλας Παπάζογλου ή Παπαδόπουλος. Δημιουργοί του πυροβολικού τους οι Έλληνες αδερφοί Γκαέτα. Το στρατηγικό δαιμόνιο του Κορσικανού νίκησε την αντίσταση των Μαμελούκων. Στη μάχη της Εμπάμπας, τη γνωστή και ως μάχη των Πυραμίδων, οι Γάλλοι αντιμετώπισαν κυρίως τον Νικόλα Παπάζογλου, που είχε οχυρωθεί με μερικά καράβια σε μια όχθη του Νείλου. Όταν όλα έδειχναν το τέλος, οι Μαμελούκοι έκαψαν τα καράβια τους. Η συντριβή των Μαμελούκων οδήγησε τον Παπάζογλου στο στρατόπεδο της Γαλλίας. Τον ακολούθησαν και άλλοι Έλληνες της Α., που πολέμησαν ηρωικά στη Δαμιέτη. Ο Ναπολέων συγκρότησε τρεις ελληνικούς λόχους που έφτασαν να αριθμούν 1.500 άντρες. Οι Έλληνες αυτοί δεν πολεμούσαν αποκλειστικά για τη Γαλλία. Πίστευαν ότι σύντομα θα απελευθέρωναν, με τη βοήθεια της Γαλλίας, και την Ελλάδα. Υπάρχουν μάλιστα υπόνοιες ότι ο Παπάζογλου, που διορίστηκε αρχηγός τους, ήταν Φιλικός. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι τον ύμνο τους τον έγραψε ο Αδαμάντιος Κοραής. Τιτλοφορείται Άσμα πολεμιστήριον των εν Αιγύπτω περί ελευθερίας μαχόμενων Γραικών. Η γαλλική κατοχή μάς προσφέρει και μια μαρτυρία: το ημερολόγιο του επιτελείου του στρατηγού Κλεμπέρ αναφέρει την ύπαρξη προέδρου των Ελλήνων Αλεξανδρείας. Πρόεδρο της ελληνικής κοινότητας αναφέρει και μια διαταγή του Ναπολέοντα.
Η τουρκική κατάκτηση δεν ανέκοψε την άνοδο του ελληνικού στοιχείου. Ο διορισμένος από την Υψηλή Πύλη διοικητής της χώρας Μοχάμετ Άλι ευνοούσε την εγκατάσταση εκεί Ελλήνων και η αριθμητική αύξηση του ελληνικού στοιχείου γινόταν πλέον με διαρκώς αύξοντα ρυθμό, κυρίως από το 1810 και εξής. Ασκούσαν όλα τα επαγγέλματα, από εκείνο του εμπειρικού γιατρού έως του γεωργού. Ηπειρώτες εξάλλου υπήρξαν οι πρώτοι συστηματικοί καλλιεργητές του Δέλτα. Οι περισσότεροι προτίμησαν την Αλεξάνδρεια, ενώ το 1815 έφτασαν και οι πρώτοι ομαδικοί μετανάστες. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ιωάννης Μεσσαλάς, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που έφερε το μήνυμα του μελλοντικού ξεσηκωμού στην ελληνική αστική τάξη, η οποία είχε αρχίσει κιόλας να δημιουργείται με δεσπόζουσες μορφές τους αδελφούς Τοσίτσα, τον Ιωάννη Δ’ Ανάσταση, τον Αθανάσιο Καζούλη κ.ά.
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν είχε τραγικά επακόλουθα για την παροικία. Ο Μοχάμετ Άλι, παρά το γεγονός ότι βοήθησε την Οθωμανική αυτοκρατορία στην καταστολή της, δεν έλαβε μέτρα εναντίον των Ελλήνων της Α. που με χρήμα και με άντρες ενίσχυσαν τον Αγώνα, εκτός από μερικές απελάσεις που πραγματοποίησε το 1825. Η πτώση του Μεσολογγίου δημιούργησε μια νέα κατάσταση, καθώς στα σκλαβοπάζαρα της Α. πουλούσαν Έλληνες δούλους, που τους έφεραν κυρίως από εκεί. Η εξαγορά αρκετών δούλων στοίχισε πολλούς μόχθους και χρήμα, ιδίως στη Γαλλία. Πολλοί από τους απελευθερωμένους παρέμειναν στην Α., πυκνώνοντας έτσι τις κυρίως τάξεις της παροικίας. Με την ίδρυση άλλωστε του νέου ελληνικού κράτους, η παροικιακή άνοδος επισπεύσθηκε. Το 1833, ο Μιχαήλ Τοσίτσας διορίστηκε πρόξενος της Ελλάδας. Μαρτυρίες της εποχής πείθουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου ήταν πια στα ελληνικά χέρια. Ονόματα όπως του Ν. Στουρνάρα και του Β. Σιβιτανίδη είναι γνωστά στο πανελλήνιο. Η ελληνική παροικία δεν ήταν πια εκείνη των συντεχνιών. Ήταν παροικία, στην οποία οι πλούσιοι έμποροι έδιναν τον τόνο. Τα ιδεώδη της ήταν πανομοιότυπα με εκείνα του ελληνισμού του καιρού της: η απολύτρωση των υποδούλων αδελφών. Ωστόσο δεν την απάρτιζαν μόνο οι έμποροι. Υπήρχαν εκπρόσωποι όλων των τάξεων. Ο Ιωσήφ Μποχνάς, αρχιτέκτονας από τη Λέσβο, πλούτισε το Κάιρο με ένα από τα ωραιότερα τζαμιά του, το τζαμί του Μοχάμετ Άλι, στην ακρόπολη.
Η Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας έδωσε, με την ίδρυσή της το 1843, το σύνθημα για την οργάνωση του ελληνισμού. Πρόεδρος εξελέγη ο Μιχαήλ Τοσίτσας.
Μια περίοδος ανακατατάξεων και δυσκολιών που επακολούθησε τον θάνατο του Μοχάμετ Άλι και αποκορυφώθηκε με τον Κριμαϊκό πόλεμο, οδήγησε στην πρόσκαιρη διακοπή των ελληνοαιγυπτιακών διπλωματικών σχέσεων και σε ομαδικές απελάσεις Ελλήνων. Στα χρόνια που ακολούθησαν η άνοδος συνεχίστηκε. Με την αγγλική όμως κατοχή η παροικία γνώρισε δύσκολες μέρες. Οι Άγγλοι στράφηκαν εναντίον του ελληνικού εμπορικού μονοπωλίου, στην προσπάθειά τους να το αντικαταστήσουν με το αγγλικό. Αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού το 1897 ολοκλήρωσε τη διαβρωτική προσπάθεια των Άγγλων εις βάρος των Ελλήνων. Παρ’ όλα αυτά, ο ελληνισμός της Α. δεν κάμφθηκε. Ο Γεώργιος Αβέρωφ και οι συνεργάτες του έσωσαν την κοινότητα από τη βέβαιη χρεοκοπία με τις προσφορές τους. Ο Γ. Γούσιος, παλιός Γαριβαλδινός και αντάρτης στη Θεσσαλία που εξελίχτηκε σε μεγαλοεπιχειρηματία, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς να απορροφηθούν επαγγελματικά στις ποικιλώνυμες επιχειρήσεις του. Από τότε, οι Έλληνες της Α. γνώρισαν λαμπρές ημέρες, χωρίς αυτό να εμποδίσει τους διορατικούς να διακηρύττουν ότι το φαινόμενο ήταν παροδικό και σε στενή εξάρτηση με την άνοδο του αιγυπτιακού στοιχείου. Η διαρροή του ελληνισμού, παρά τις προσπάθειες περιορισμού ή ανακοπής του, άρχισε ευθύς αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, παίρνοντας συχνά διαστάσεις φυγής μετά το 1957. Στην Α. κυκλοφορούσαν στο παρελθόν αρκετές ελληνικές εφημερίδες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, που κυκλοφόρησε με έδρα την Αλεξάνδρεια από τους Δ. Οικονομόπουλο και Σπ. Φερενδίνο.
Σήμερα, ο ελληνισμός της Α. αριθμεί περίπου 5.000 άτομα (σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων). Τα τελευταία χρόνια, τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο κυρίως το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, γύρω από το οποίο έχει συσπειρωθεί ο ολιγάριθμος πια ελληνισμός, ανέλαβαν προσπάθειες να αναδείξουν και πάλι τον ηγετικό ρόλο του. Εξάλλου, τον Οκτώβριο 2002 έγιναν τα εγκαίνια της νέας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας με μεγάλη επισημότητα, με προσκεκλημένους τον Έλληνα πρόεδρο της δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και άλλες πολιτικές και θρησκευτικές προσωπικότητες από τη χώρα μας. Η διαρροή του ελληνισμού της Α. επιτρέπει την ευχερέστερη αξιολόγηση της προσφοράς του. Εκτός από τη συμβολή του στην αξιοποίηση των πόρων της χώρας, ανέδειξε μια πλειάδα εθνικών ευεργετών, επιστημόνων και καλλιτεχνών, με κορυφαία φυσιογνωμία ασφαλώς τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη.
Μια όμορφη νυχτερινή άποψη του Καΐρου (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Γλυπτό έργο των αρχαίων Αιγυπτίων, με χαρακτηριστική πλαστικότητα και εκφραστική ζωντάνια.
To Kάιρο είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη, τυπική της βόρειας Αφρικής, με αρκετά ευρωπαϊκά στοιχεία (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Το εθνικό πολιτιστικό κέντρο στο Κάϊρο, που φιλοξενει την Όπερα της πόλης.
Ο ποταμός Νείλος κοντά στο Ασουάν (φωτ. Studium).
Βοσκότοπος σε μια όαση κοντά στο Ασουάν (φωτ. Igda).
Φυτεία βαμβακιού κοντά στο Σοχάγκ, το οποίο αποτελεί έναν από τους κύριους αγροτικούς πόρους της Αιγύπτου (φωτ. Igda).
Η Αλεξάνδρεια στην περιοχή της συνοικίας του Αμφούσι, όπου υπάρχουν υπόγειοι τάφοι πτολεμαϊκής και ρωμαϊκής εποχής, με έγχρωμες τοιχογραφίες και μια επιγραφή στα ελληνικά.
Γλυπτό σε ζωγραφισμένο ασβεστόλιθο, που απεικονίζει τη Νεφερτίτη, σύζυγο του Αμένοφη Δ’ (Μουσείο Ντάλεμ, Βερολίνο).
Προτομή του Πτολεμαίου Β’ του Φιλαδέλφου (3ος αι. π.Χ.) (Μουσείο Βατικανού, Ρώμη)
Κεφαλή του φαραώ Μεντουχοτέπ της 11ης δυναστείας (Μουσείο Βατικανού, Ρώμη).
Σεληνιακή αιγυπτιακή θεότητα της εποχής των Πτολεμαίων (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι)
Μια ιστορική φωτογραφία από την κοινή συνέντευξη του Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Σιμόν Πέρες στο Κάιρο (1995).
Πίνακας του Λουί Λεζέν, που απεικονίζει τη μάχη του Αμπουκίρ (25 Ιουλίου 1799), κατά την οποία ο Βοναπάρτης νίκησε τους Τούρκους του Μουσταφά.
Άγαλμα του θεού Χονς, γιου του Άμμωνα, που βρίσκεται στον ναό του στο Καρνάκ και ανήκει στην τελευταία περίοδο της τέχνης του Νέου Βασιλείου (φωτ. Chaffey).
Λεπτομέρεια μιας από τις δύο όψεις της Πινακίδας του βασιλιά Ναρμέρ, όπου ο βασιλιάς ετοιμάζεται να χτυπήσει έναν ηττημένο εχθρό, ενώ τον ακολουθεί ένας υπηρέτης που μεταφέρει τα σανδάλια του.
Τοιχογραφία από αρχαίο τάφο του Λούξορ στην Άνω Αίγυπτο, εξαίρετο δείγμα αρχαίας αιγυπτιακής ζωγραφικής, που μαρτυρεί την εξελιγμένη τεχνική των καλλιτεχνών της εποχής.
Άγαλμα του Όσιρι, κύριου του υπερπέραν, μιας από τις μεγαλύτερες αιγυπτιακές θεότητες (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι· φωτ. Mairani).
Πάπυρος με το κείμενο του «Βιβλίου των νεκρών», συλλογής μαγικών τύπων, που οι Αιγύπτιοι τοποθετούσαν δίπλα στη μούμια για να βοηθήσουν την ψυχή του νεκρού να υπερνικήσει τους κινδύνους, διακοσμημένος με διάφορες μορφές θεών, που είχαν άμεση σχέση με τη μεταθανάτια ζωή.
Νεκρική τοιχογραφία σε τάφο της Κοιλάδας των Βασιλέων, που παριστάνει τη βάρκα με την οποία οι νεκροί έκαναν το μακρινό ταξίδι στο υπερπέραν, με έναν από τους κυνοκέφαλους θεούς, προστάτες των νεκρών.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κοιλάδα των Βασιλέων, δυτικά των Θηβών, όπου ενταφιάστηκαν οι φαραώ της 18ης, 19ης και 20ής δυναστείας, έφεραν στο φως περίπου 60 τάφους (φωτ. Studium).
Το εσωτερικό του τάφου του φαραω Τουταγχαμόν στην κοιλάδα των βασιλέων, που ανακάλυψε μια βρετανικήαποστολή το 1922 (φωτ. Chaffey).
Τοιχογραφία στον τάφο του φαραώ Σέτι Α’ (19η δυναστεία) στην Κοιλάδα των Βασιλέων (φωτ. Chaffey).
Η βαθμιδωτή πυραμίδα της Σακάρα, που χτίστηκε γύρω στο 2650 π.Χ. ως ταφικό μνημείο του φαραώ Ζόσερ, ένα από τα ωραιότερα μνημειακά συγκροτήματα της αιγυπτιακής τέχνης (φωτ. Mairani).
Μνημειακές ιερογλυφικές επιγραφές σε ένα οικοδόμημα του Λούξορ στην Άνω Αίγυπτο (φωτ. Stydium)
Τοιχογραφία σε τάφο του Λούξορ, που απεικονίζει νεαρές οργανοπαίκτριες.
Μικρό άγαλμα που παριστάνει τον φαραώ Σέτι Α’ της 19ης δυναστείας (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι).
Η Αίγυπτος είναι μια χώρα όπου το νέο εκτοπίζει σταθερά τα κατάλοιπα του παλαιού. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου είναι αισθητή κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ στις αγροτικές περιοχές επιτελείται με βραδύ ρυθμό. Χαρακτηριστική των αντιθέσεων είναι η φωτογραφία αυτή, στην οποία μία αγρότισσα διέρχεται μπροστά από διαφημίσεις θεαμάτων.
Η εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα, με επιγραφή στην ελληνική και την αραβική, στην είσοδο της πολυκατοικίας στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο κορυφαίος νεοέλληνας ποιητής Κ.Π. Καβάφης, έργο του γλύπτη Αν. Λαζαρίδη.
Ο ναός του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια, ο μεγαλοπρεπέστερος του ελληνισμού της Αιγύπτου, που εγκαινιάστηκε στις 25 Μαρτίου 1856 και παραχωρήθηκε από τον Μ. Τοσίτσα.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας ή Τοσίτζας, ο πρώτος πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας (1787-1856).
Το Ηρώο των Αιγυπτιωτών Ελλήνων που έπεσαν στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο
Νόμισμα που απεικονίζει μια προσωποποίηση του θεού Άμμωνα (5ος αι. π.Χ.).
Χαρτονόμισμα των 50 αιγυπτιακών στερλίνων (λιρών) που εκδόθηκε το 2001.
Απεικόνιση νεκρών στις περιοχές του Άδη.
Επίσημη ονομασία: Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου
Παλαιότερη ονομασία: Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (1958-71)
Έκταση: 1.001.450 τ. χλμ.
Πληθυσμός: 69.536.644 κάτ.
(2002)
Πρωτεύουσα: Κάιρο (6.789.476 κάτ. το 1996)
Οι παραλίες κατά μήκος των ακτών της Αλεξάνδρειας το καλοκαίρι πλημυρίζουν από ντόπιους και ξένους παραθεριστές (φωτ.Πρεσβεία Αιγύπτου).
Η παραλιακή λεωφόρος της Αλεξάνδρειας (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου)
Το Παλάτι του Μονταζά στην Αλεξάνδρεια, ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα που συνδυάζει τη φλωρεντινή με την τουρκική τεχνοτροπία, είναι ένα από τα θαυμαστά δείγματα αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Η ρωμαϊκή περίοδος άφησε λαμπρές καλλιτεχνικές δημιουργίες στην Αίγυπτο, και ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Αλεξανδρινός αμφορέας σε μουσείο της Αιγύπτου (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Νομίσματα της Αλεξάνδρειας, της εποχής των Πτολεμαίων (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου)
Η Αλεξάνδρεια είναι σήμερα μια μαγευτική μεγαλούπολη της Μεσογείου (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Η Αλεξάνδρεια δικαιολογημένα ονομάστηκε κάποτε, το «μαργαριτάρι της Μεσογείου» (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Παρά την ανάπτυξη, σε κάποιες περιοχές της Αιγύπτου συναντά κανείς ακόμη και σήμερα παραδοσιακούς τρόπους άρδευσης.
Ο Νείλος λίγο κάτω από το Ασουάν. Ο ποταμός είναι πηγή ζωής για την Αίγυπτο και στις όχθες του συγκεντρώνονται ο πληθυσμός και οι γεωργικές δραστηριότητες.
Η εκκλησία της Παρθένου στη Σάχα – Καφρ ελ Σέιχ (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Το μνημείο με τα οστεοφυλάκια (αγγλικό, γερμανικό, ιταλικό και ελληνικό) από τα λείψανα των νεκρών, της μάχης του Ελ Αλαμέιν που συνέτριψε την κυριαρχία του Άξονα στη βόρεια Αφρική
Η Ερυθρά θάλασσα θεωρείται πλούσιος αλιευτικός τόπος (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Το Σουέζ, από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Αιγύπτου, υπήρξε εμπορικό κέντρο από τον 7ο αι., ενώ τον Μεσαίωνα έγινε ονομαστό διαμετακομιστικό κέντρο μπαχαρικών (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Η Διώρυγα του Σουέζ, που διανοίχτηκε το 1869, υπήρξε ένα από τα επιτεύγματα της μηχανικής του 19ου αι. (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Δύτης σε ένα πολύχρωμο τοπίο του βυθού της Ερυθράς θάλασσας (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Το Μάρσα Αλάμ είναι ένα πανέμορφο τουριστικό μέρος, με πλούσια θαλάσσια πανίδα (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Αν και οι Αιγύπτιοι υπήρξαν από τους πρώτους λαούς που χρησιμοποίησαν τη γραφή, τα σωζόμενα δείγματα είναι πολύ λίγα, εξαιτίας της χρήσης του παπύρου για τη διατήρησή τους (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Η θεά Ίσις, αδερφή και σύζυγος του Όσιρη που το όνομά της σημαίνει «θρόνος».
Μια άποψη του Καΐρου, την περίοδο των πρώτων ετών της ανεξαρτησίας του. Τα χαρακτηριστικά, όμοια με εκείνα των ευρωπαϊκών μητροπόλεων, οφείλονται στην περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας, που έδωσε ώθηση στην πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης, γύρω από το παλαιό αραβικό κέντρο.
Ένα κοπτικό θρησκευτικό βιβλίο του 9ου–10 αι.
Μία άποψη της ανατολικής όχθης του Νείλου, κοντά στο Λούξορ.
Το Λούξορ, πρωτεύουσα του Νέου Βασιλείου της Αιγύπτου (1567-1085 π.Χ.), εντυπωσιάζει με τη μνημειακή αρχιτεκτονική του (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Η πρόσοψη του Μουσείου του Καΐρου, στο οποίο ο επισκέπτης μπορεί να βρεί συγκεντρωμένες μαρτυρίες για όλη την αιγυπτιακή τέχνη, για μια περίοδο περίπου πέντε χιλιάδων ετών.
Το τζαμί του Μοχάμετ Άλι στο Κάιρο είναι δείγμα υψηλής ισλαμικής τέχνης (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Ο Μοχάμετ Άλι, άνθρωπος με ασυνήθιστη ενεργητικότητα, ικανότητα και στρατηγικό ταλέντο, θεωρήθηκε άξια ο θεμελιωτής της σύγχρονης Αιγύπτου.
Ο Γκαμάλ Αμπντ ελ-Νάσιρ (Νάσερ), πρόεδρος της Αιγύπτου από το 1956 έως τον θάνατό του, το 1970.
Πηγή ζωής και λατρευόμενος ως θεός στην αρχαιότητα, ο ποταμός Νείλος εξακολουθεί και σήμερα να διατηρεί όλο το μυστήριο και τη γοητεία του, χάρη στα απομεινάρια των διαφόρων πολιτισμών, που διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλο στη χώρα.
Χαρακτηριστική λεπτομέρεια από θαυμάσιο αιγυπτιακό ανάγλυφο.
Ο Όσιρις. Η αιγυπτιακή θρησκεία είχε μεγάλο αριθμό θεοτήτων, που αποτελούσαν την προσωποποίηση των κυριότερων δυνάμεων της φύσης, σύμφωνα με τη φαντασία ενός γεωργικού λαού.
Η βασίλισσα Κλεοπάτρα, τελευταία εκπρόσωπος της πτολεμαϊκής δυναστείας, σε ένα ανάγλυφο του ναού του Κομ Όμπο.
Για τις πυραμίδες έχουν δημιουργηθεί πολλοί θρύλοι από τα πανάρχαια χρόνια, από μυθικούς θησαυρούς έως τον χριστιανικό θρύλο, που αποκαλύπτεται από τα ψηφιδωτά του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, ταυτίζοντάς τις με τις σιταποθήκες του Ιωσήφ, γιου του Ιακώβ.
Με τον Ραμσή Β’ (1298-1232 π.Χ.) πραγματοποιήθηκε η κοινωνική και πολιτική εξέλιξη που είχε αρχίσει από τους προκατόχους του (η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από τις Θήβες στη Μέμφιδα και την Τάνι) και ευνοήθηκε η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.
Τοιχογραφία ενός τάφου στην Κοιλάδα των Βασιλέων στο Λούξορ, που απεικονίζει τον Ραμσή Γ’, τον τελευταίο μεγάλο φαραώ, που προσπάθησε να συναγωνιστεί και να μιμηθεί σε όλα τον προκάτοχό του Ραμσή Β’
Σκαραβαίοι που φέρουν χαραγμένο ένα κεφάλαιο ενός «Βιβλίου των Νεκρών». Τα βιβλία αυτά ήταν εν χρήσει από τη 18η δυναστεία και περιείχαν νεκρώσιμα κείμενα που τοποθετούνταν στους τάφους των νεκρών.
Η Σφίγγα της Ελ Γκίζα και στο βάθος η πυραμίδα του Χέοπα.
Οι πυραμίδες, μνημειακές κατασκευές μορφής όμοιας με το ομώνυμο γεωμετρικό στερεό, χρησιμοποιήθηκαν στην αρχαία Αίγυπτο ως τάφοι αρχικά των φαραώ και αργότερα ιδιωτών.
Μια εικόνα από το γραφικό Φαγιούμ της Αιγύπτου (φωτ. Πρεσβεία Αιγύπτου).
Παραδοσιακός τρόπος αλιείας στη λίμνη Καρούν της Αιγύπτου (φωτ. πρεσβεία Αιγύπτου).
Μια σκηνή από την ταινία «Η γη» (1971) του Γιουσούφ Σαχίν, που γύρισε μερικές ταινίες με κοινωνικό περιεχόμενο, παρουσιάζοντας κυρίως το δράμα των χωρικών που εγκαταλείπουν τη γη τους για να γίνουν εργάτες.
Συλλογή χουρμάδων κατά μήκος της κοιλάδας του Νείλου.
Φωτογραφία της ανατολικής Μεσογείου από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Ιούνιο του 1993, με λήψη από ύψος 425 χλμ. Διακρίνεται ο Νείλος που χωρίζει την έρημο της Αιγύπτου, ενώ στο βάθος φαίνεται η Κύπρος και πιο πέρα οι ακτές του Λιβάνου και του Ισραήλ (φωτ. ΝΑSA, earth.jsc.nasa.gov).
II
Μυθολογικό πρόσωπο. Βασιλιάς της Αιγύπτου, γιος του Βήλου και εγγονός του Ποσειδώνα ή γιος του Νείλου και της Μέμφιδας ή του Δία και της Θήβης. Δίδυμος αδελφός του Δαναού, πήρε από τον πατέρα του την Αραβία, ενώ ο Δαναός πήρε τη Λιβύη. Ο Α. κυρίευσε τη χώρα των Μελαμπόδων, δίνοντάς της το όνομά του. Απέκτησε πενήντα γιους, ενώ ο αδελφός του Δαναός είχε πενήντα κόρες.
III
Τίτλος ελληνικών εφημερίδων της Αιγύπτου.
1. Η πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε στην Αίγυπτο, με έδρα την Αλεξάνδρεια. Ιδρύθηκε το 1862 από τους Δ. Οικονομόπουλο και Σπ. Φερενδίνο. Η έκδοσή της διακόπηκε τον επόμενο χρόνο.
2. Εβδομαδιαία εφημερίδα με έδρα την πόλη Ζαγαζίκ (1908-15). Ιδρυτές της ήταν οι Γ. Σωτηρόπουλος και Δημ. Φωτιάδης.
* * *
(I)
η (Α Αἴγυπτος)
στη Μυκηναϊκή η λέξη μαρτυρείται έμμεσα με το παράγωγο Αἰγύπτιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. Αἴγυπτος προέρχεται από τον τ. Hikuptah τής Ακκαδικής που απαντά στις πινακίδες τής Αμάρνα*. Ο τ. Hikuptah < αντιστοιχεί στο αιγυπτιακό Ha(t)-kaptah, που ήταν μια από τις ονομασίες τής πόλης Μέμφιδος και σήμαινε «ναός τής δυνάμεως τού Φθα* (Ptah)». Η ονομασία αυτής τής πόλης χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες, για να δηλώσουν αρχικά τον Νείλο (Οδύσ.) κι αργότερα ολόκληρη τη χώρα].
————————
(II)
Αἴγυπτος, ο (Α)
αρχαιότατη ονομασία τού ποταμού Νείλου
2. ο βασιλιάς Αίγυπτος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αἴγυπτος — the river Nile fem nom sg Αἴγυπτος the river Nile masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίγυπτος — η χώρα στη ΒΑ άκρη της Αφρικής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰγύπτω — Αἴγυπτος the river Nile fem nom/voc/acc dual Αἴγυπτος the river Nile fem gen sg (doric aeolic) Αἴγυπτος the river Nile masc nom/voc/acc dual Αἴγυπτος the river Nile masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αντώνιος o Μέγας — (Αίγυπτος 250; – Θήβαι, Αίγυπτος 356;). Άγιος της Ανάτ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γόνος πλούσιων χριστιανών, μετά τον θάνατο των γονέων του (ήταν τότε20 ετών) μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και έγινε ασκητής. Ο Α. έγινε ονομαστός όχι από τα… …   Dictionary of Greek

  • Αἰγύπτοιο — Αἴγυπτος the river Nile fem gen sg (epic) Αἴγυπτος the river Nile masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγύπτοις — Αἴγυπτος the river Nile fem dat pl Αἴγυπτος the river Nile masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγύπτου — Αἴγυπτος the river Nile fem gen sg Αἴγυπτος the river Nile masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγύπτους — Αἴγυπτος the river Nile fem acc pl Αἴγυπτος the river Nile masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγύπτων — Αἴγυπτος the river Nile fem gen pl Αἴγυπτος the river Nile masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγύπτῳ — Αἴγυπτος the river Nile fem dat sg Αἴγυπτος the river Nile masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.